THE STORY OF MY WINE #20

Γιώργος Βελισσάριος Grape Escape

Νοέμβριος του 2002. Στην Ελλάδα ζούμε το –όπως αποδείχθηκε αρκετά αργότερα– απατηλό όνειρο της οικονομικής ανάπτυξης και της σύγκλισης με τις ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες. Η χώρα έχει πλέον μπει στη ζώνη του ευρώ και μάλιστα εδώ και μερικούς μήνες χρησιμοποιεί το ευρώ και σε φυσική μορφή, αν και οι περισσότεροι από εμάς εξακολουθούμε να μετατρέπουμε κάθε αξία σε δραχμές, διαπιστώνοντας –όχι με τη δέουσα έκπληξη– ότι το νεράκι που αγοράζουμε στο περίπτερο έχει ανατιμηθεί από τις 50 στις 170 δραχμές. 

Η ταπεινότητά μου βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα δημιουργική επαγγελματικά περίοδο, όντας συνιδρυτής και έχων τη γενική ευθύνη ενός από τα πιο επιτυχημένα startups (η λέξη δεν είχε προκύψει ακόμη ή, τουλάχιστον, δεν είχε πολιτογραφηθεί στην ελληνική γλώσσα) στον χώρο της ακμάζουσας διαφήμισης και επικοινωνίας. Οι πελάτες μας είναι επιχειρήσεις που παρουσιάζουν διψήφιους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης και τα τμήματα μάρκετινγκ αποτελούν «χαϊδεμένα παιδιά» που έχουν την αρμοδιότητα, τη βούληση και τη δυνατότητα να εγκρίνουν διαφημιστικά σενάρια, η υλοποίηση των οποίων συχνά «απαιτεί» γυρίσματα σε μακρινές χώρες, στοιχειοθετώντας έτσι ανάγκες για budgets παραγωγής, που αν τα μοιραζόμουν στο σημείο αυτό με τους σημερινούς συναδέλφους, οι ψυχραιμότεροι από αυτούς θα έβαζαν τα κλάματα.  Στο πλαίσιο αυτό, ξεκινήσαμε ένα ηλιόλουστο πρωινό Δευτέρας εκείνου του Νοέμβρη για το Buenos Aires. Μια ομάδα 10-12 ατόμων από εδώ, που θα συναντούσαμε μια αντίστοιχη ομάδα εκεί, στην οποία εκτός από Αργεντινούς συμμετείχαν και μερικοί Γάλλοι, υπό την καθοδήγηση ενός Γάλλου σκηνοθέτη παγκόσμιου βεληνεκούς στο πεδίο των διαφημιστικών παραγωγών. Μετά από ένα αεροπορικό ταξίδι που κράτησε μια αιωνιότητα και μια μέρα, φτάσαμε στο μοναδικό Buenos Aires. 

To Buenos Aires είναι μια πραγματικά ξεχωριστή πόλη, που συνδυάζει ευρωπαϊκού τύπου αριστοκρατικότητα με λατινικό ταμπεραμέντο και αποικιοκρατικό τρόπο ζωής. Υπέροχα κτίρια, μεγάλες λεωφόροι, πολύχρωμες φτωχογειτονιές, ελικόπτερα και τρίκυκλα, ένα ποτάμι που προσδιορίζει τα πάντα, ο ήχος του μπαντονεόν και οι μορφές της Σάντα Εβίτα, του Ντιεγκίτο και του Κάρλος Γαρδέλ πανταχού παρούσες.

Η άνοιξη του 2002 (το Buenos Aires είναι στο νότιο ημισφαίριο) είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος για την Αργεντινή. Το ΔΝΤ εξουσιάζει τη χώρα, οι χρεοκοπίες διαδέχονται η μία την άλλη (στο σημείο αυτό, οικείοι συνειρμοί επιτρέπονται), ο πρόεδρος Μένεμ έχει παραιτηθεί, ο πρόεδρος Λα Ρούα που τον διαδέχτηκε έχει δραπετεύσει από το προεδρικό μέγαρο, την Casa Rosada, με ελικόπτερο και έχει αναλάβει τα ηνία της χώρας, εδώ και εννέα μήνες ο ορόεδρος Ντουάλδε, ο οποίος πρόκειται να αντέξει στο αξίωμά του άλλους έξι μήνες. Η φτώχεια δεσπόζει, συνεχείς υποτιμήσεις του εθνικού νομίσματος εξαθλιώνουν τον κόσμο, τα εξαγώγιμα προϊόντα της τεράστιας αυτής χώρας –πάμφθηνα καθώς είναι– ταξιδεύουν στον πλανήτη χωρίς να καλύπτουν προηγουμένως τις ανάγκες των ανθρώπων που τα παράγουν. Ας γυρίσουμε όμως στην ελληνογαλλική «παρέα» συνεργατών, οι οποίοι πραγματοποιούν γυρίσματα για λογαριασμό του Έλληνα πελάτη σε διάφορα σημεία της πόλης καθημερινά. Και κάθε απόγευμα, μετά τα γυρίσματα, σε άλλο εστιατόριο κάθε φορά, συνοδεύουν το ξακουστό αργεντίνικο μοσχάρι με μια ποικιλία ερυθρού κρασιού που πρώτη φορά συναντούσα, το Malbec. 

Η γνωριμία μου με το Malbec εξελίχθηκε σε κεραυνοβόλο έρωτα. Έναν έρωτα που με οδήγησε στο να κάνω ένα ταξίδι 1.000 χιλιομέτρων από το Buenos Aires έως τη Mendoza, προκειμένου να επισκεφθώ τα οινοποιεία της ζώνης του Malbec. To Malbec κατάγεται από τη Γαλλία, όπου συναντάται κυρίως στην περιοχή Cahor, σε πολύ περιορισμένη πλέον έκταση παραγωγής. Αντίθετα, αποτελεί πια τη ναυαρχίδα του τεράστιου σε έκταση αργεντίνικου αμπελώνα και δίνει ορισμένα διεθνούς κλάσης ερυθρά κρασιά, με ιδιαίτερα σκούρο χρώμα και στιβαρές τανίνες. Τα τελευταία χρόνια, η ζήτηση για Malbec παρουσιάζει κατακόρυφη αύξηση και καλύπτεται κατά κύριο λόγο από την Αργεντινή, αν και μικρότερης έκτασης παραγωγή συναντάμε και στη γειτονική Χιλή –όπου βέβαια δεσπόζει το Carmenere– και στην Καλιφόρνια.

Τα οινοποιεία της Mendoza είναι οικογενειακές επιχειρήσεις πολύ μεγάλης –για τα ελληνικά δεδομένα– δυνατότητας , οι περισσότερες από τις οποίες έχουν πολλές δεκαετίες διαδρομής και κάποιες εκκινούν το 1868, όταν το Malbec φτάνει στην Αργεντινή από τη Γαλλία στις αποσκευές του Γάλλου γεωπόνου Michel Pouget. H «βόλτα» μου στη Mendoza κράτησε δύο-τρεις μέρες. Επισκέφθηκα αρκετά οινοποιεία, όπου δοκίμασα μεγάλα κρασιά και γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους, ταγμένους πραγματικά στην υπηρεσία της αυτού εξοχότητας του Malbec.

Δείτε Επίσης

Ξεχώρισα το οινοποιείο Rutini, που ιδρύθηκε το 1925 από τον Felipe Rutini και έκτοτε σταθερά βελτιώνει τις μεθόδους παραγωγής και την ποιότητα των κρασιών του, έχοντας κερδίσει ηγετική θέση στις εξαγωγές premium αργεντίνικων κρασιών σε πολλές χώρες του κόσμου.

Επιστρέψαμε στην Ελλάδα με λίγο περισσότερα από τα διπλάσια μπουκάλια κρασί που επιτρεπόταν να εισαγάγουμε στη χώρα εκείνα τα χρόνια. Δεν νομίζω πως ήταν περισσότερα από τέσσερα. Κυρίως, όμως, επιστρέψαμε γεμάτοι εικόνες από μια υπέροχη χώρα κι έναν έρωτα που, αν και κεραυνοβόλος, παραμένει ακαταμάχητος εδώ και είκοσι χρόνια.

 

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.