Το τέλος Οκτώβρη στο Piemonte είναι ένα στοίχημα με τον καιρό – κι εμείς, όπως μας έλεγαν χαμογελώντας οι ντόπιοι, «φέραμε τον ήλιο από την Ελλάδα».
Σπάνιο φως για την εποχή, διάφανο, που έκανε τα χρυσά και κόκκινα φύλλα στα αμπέλια να σε ζαλίζουν και τα δάση από τις φουντουκιές να μοιάζουν σαν τείχος.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι κάποτε, τη δεκαετία του ’60 και στις αρχές του ’70, οι κάτοικοι της περιοχής ήθελαν να φύγουν από αυτά τα χωριά. Το όνειρο τότε ήταν μια θέση στη Fiat ή στη Ferrero, όχι η καλλιέργεια αμπελιών στις απότομες πλαγιές. Σήμερα, όμως, η γη εδώ αξίζει όσο λίγες στην Ιταλία και όλη η οικονομία περιστρέφεται γύρω από τις δουλειές αυτών των «απλών αγροτών», που παράγουν μερικά από τα σημαντικότερα κρασιά του κόσμου.
Στις διαδρομές ανάμεσα στα χωριά, η ομίχλη –η περίφημη «nebbia»– εμφανίζεται και εξαφανίζεται σαν σκηνικό θεάτρου. Η εποχή της τρούφας δίνει στους οικισμούς μια σχεδόν τελετουργική ζωντάνια: μικρές αγορές, μαγαζιά με ζυμαρικά φτιαγμένα στο χέρι και φυσικά φουντούκια, που δεν μοιάζουν στη γεύση με ό,τι έχετε δοκιμάσει έως τώρα. Η γαστρονομία του Piemonte αποτελεί από μόνη της ταξίδι.
Η ιστορία του κρασιού της περιοχής άλλαξε στα τέλη του ’70 και στις αρχές του ’80, όταν ένας νέος τότε παραγωγός, ο Elio Altare, ταξίδεψε στη Βουργουνδία και επέστρεψε αποφασισμένος να μεταμορφώσει όσα θεωρούνταν δεδομένα. Μαζί με τα θρυλικά Barolo Boys, έφεραν μικρότερα γαλλικά βαρέλια, έδωσαν έμφαση στο φρούτο και οδήγησαν στη μεγάλη αντιπαράθεση ανάμεσα στους μοντερνιστές και τους παραδοσιακούς – μια σύγκρουση που έμεινε στην ιστορία ως «Οι πόλεμοι του Barolo».
Η αντίθεση υπάρχει ακόμα, αλλά οι περισσότεροι σήμερα παραδέχονται ότι η ισορροπία βρίσκεται κάπου στη μέση. Τα κρασιά είναι πλέον πιο προσιτά σε νεαρή ηλικία, χωρίς όμως να χάνουν την αυστηρότητα και τη δομή που τα καθιέρωσαν. Και όμως, μέσα σε όλα αυτά –τις τεχνικές, τις σχολές, τις διαφωνίες– όσοι συναντήσαμε μοιράζονταν έναν κοινό τόπο: την απόλυτη προσήλωση στη γη. Σου λένε με μια φυσικότητα σχεδόν αποστολική ότι είναι αγρότες, όχι «σταρ». Ότι ζουν ανάμεσα σε αμπέλια και φουντουκιές, όχι στα πρωτοσέλιδα. Κι όταν τους ρωτάς για την επιτυχία, σου δείχνουν έναν λόφο, έναν αμπελώνα, μια πλαγιά που βλέπει στον βορρά. Η γη μιλάει.
Αυτό είναι το Piemonte σε μερικές γραμμές: μια γη που κάποτε όλοι ήθελαν να αφήσουν πίσω τους και σήμερα κανείς δεν θέλει να εγκαταλείψει. Μια περιοχή όπου ο χρόνος κυλάει με τον ρυθμό των εποχών, όπου το κρασί και η κουλτούρα είναι ένα, όπου οι μυρωδιές της τρούφας, του βουτύρου και της σοκολάτας συναντούν την ομίχλη των Άλπεων. Και όπου, σε μια σπάνια ηλιόλουστη μέρα του Οκτώβρη, νιώθεις πράγματι πως ο ήλιος ταξίδεψε μέχρι εδώ μόνο για σένα.
Στην επίσκεψή μας στο Piemonte γνωρίσαμε δύο οινοποιεία με εντελώς διαφορετική φιλοσοφία, τα οποία όμως εκφράζουν εξίσου αυθεντικά την ταυτότητα της περιοχής.
G.D. Vajra
Μετά τη στάση μας στη La Morra –ίσως το πιο φωτογενές χωριό του Piemonte– με θέα που αγκαλιάζει ολόκληρο το Langhe απ’ άκρη σ’ άκρη, πήραμε τον δρόμο για το G.D. Vajra.
Η Francesca Vaira, χαμογελαστή, είχε αφήσει για λίγο το μόλις λίγων μηνών μωρό της για να είναι εκεί. Από την πρώτη στιγμή έγινε ξεκάθαρο ότι σε αυτό το οινοποιείο η φιλοξενία δεν είναι συμπεριφορά, αλλά τρόπος ζωής.
«Αν δεν ξεκινήσεις από το ύψος, δεν θα καταλάβεις ούτε το κρασί ούτε την οικογένεια», μας λέει, δείχνοντας τον αμπελώνα που αγκαλιάζει το οινοποιείο. Τα περισσότερα αμπελοτόπια της οικογένειας βρίσκονται στα μεγαλύτερα υψόμετρα της ζώνης Barolo, από τα 350 έως τα 480 μέτρα, με κορυφή το διάσημο Bricco delle Viole. Εκεί, στη νοτιοδυτική και δυτική έκθεσή του, το Nebbiolo ωριμάζει αργά, με μεγάλες ημερήσιες διακυμάνσεις θερμοκρασίας που χαρίζουν αρωματικό βάθος και οξύτητα.
«Ο πατέρας μου έλεγε πάντα ότι το ύψος είναι η πραγματική ασφάλεια», είπε. «Μπορεί να καθυστερεί την ωρίμανση, αλλά σου δίνει χάρη που δεν αγοράζεται». Ήταν εξάλλου από τους πρώτους που πίστεψαν στην αξία της βιολογικής καλλιέργειας στην περιοχή – ήδη από τη δεκαετία του ’70, όταν σε όλο το Piemonte το «biologico» ακουγόταν σαν πείραμα.

Μπαίνει από πολύχρωμα βιτρό –φιλοτεχνημένα αποκλειστικά για την οικογένεια– και χρωματίζει τον χώρο με αποχρώσεις που αλλάζουν καθώς περνά η ώρα. Ένα από αυτά τα βιτρό, όπως μας εξήγησε η Francesca, γεννήθηκε από μια δύσκολη χρονιά: παγετός την άνοιξη, χαμένη σοδειά, ατελείωτη εργασία για να σωθεί ό,τι μπορούσε να σωθεί. «Ήταν τότε», είπε, «που καταλάβαμε ότι ο αμπελώνας μπορεί να σε δοκιμάσει όσο και να σε ανταμείψει». Το βιτρό αυτό έγινε σύμβολο επιμονής, ένας φόρος τιμής στη σιωπηλή δύναμη του Aldo και της Milena, των γονιών της.
Η ιστορία της οικογένειας ξετυλίγεται αβίαστα στη συνέχεια: πώς ξεκίνησαν χωρίς χρήματα για μεγάλες επενδύσεις· πώς δούλευαν μόνοι τους τους χειμώνες, χωρίς προσωπικό· πώς η ιδέα της βιολογικής καλλιέργειας κάποτε ακουγόταν σχεδόν αφελής. «Μεγαλώσαμε μέσα στο οινοποιείο», μας λέει. «Δεν είχαμε ποτέ διακοπές τον Σεπτέμβρη. Ο τρύγος ήταν το καλοκαίρι μας».
Το Nebbiolo τους ζυμώνεται αποκλειστικά σε inox, με μεγάλες περιόδους εκχύλισης για τα Barolo, που συχνά ξεπερνούν τις 50 ημέρες, ανάλογα με το αμπελοτόπι. Η παλαίωση γίνεται σε δύο στάδια: πρώτα σε μεγάλα παραδοσιακά botti κι έπειτα σε γαλλικά barriques, ώστε το κρασί να αποκτήσει όγκο και υφή. Τα Barolo τους περνούν συνολικά πάνω από τρία χρόνια σε ξύλο, μια διαδικασία ακριβής και αδιαπραγμάτευτη, η οποία ακολουθείται ξεχωριστά για κάθε cru, ώστε καθεμία από τις πλαγιές του Barolo «να διατηρεί τη φωνή της».
Ένα παλιό χειρόγραφο με σημειώσεις του Thomas Jefferson για ένα Nebbiolo εντελώς διαφορετικό από το σημερινό –ελαφρύ, τραγανό, σχεδόν χωρίς τανίνες, όπως το έφτιαχναν οι ντόπιοι τον 18ο αιώνα– αποτέλεσε την αφορμή για τη δημιουργία του Claret, ενός Nebbiolo που ζυμώνεται πιο γρήγορα και παραμένει φρέσκο, φτιαγμένο από σταφύλια νεαρών αμπελιών.
Πριν από μερικά χρόνια, η οικογένεια Vajra απέκτησε το δεύτερο οινοποιείο της, το Luigi Baudana στη Serralunga d’Alba – ένα μικρό, σχεδόν «γκαράζ» οινοποιείο, αλλά σε αμπελοτόπια από τα σημαντικότερα της ζώνης. Η Francesca μάς εξήγησε ότι η αγορά αυτή δεν ήταν κίνηση επέκτασης, αλλά ανάγκη να σωθεί ένα κομμάτι τοπικής ιστορίας: «Στο Piemonte η σιωπή είναι χρυσός, ειδικά όταν κάποιος αναζητά αμπέλια», είπε, αναφερόμενη στις εξωφρενικές τιμές και στη σπανιότητα γης.
Ο Luigi, χωρίς κληρονόμους, έψαχνε ανθρώπους που θα σεβαστούν το έργο του. Οι Vajra ανέλαβαν να συνεχίσουν την οινοποίηση σε μικρή κλίμακα, ώστε να μη χαθεί το ύφος και η ταυτότητα του χώρου. Το Baudana παραμένει έτσι ένα ταπεινό, αλλά σπουδαίο κομμάτι της Serralunga, γνωστό για τα βαθιά του χώματα και τις πιο δομημένες τανίνες της περιοχής.

ΔΟΚΙΜΑΣΑΜΕ
Langhe Nebbiolo 2022 — Φρέσκια και φωτεινή έκφραση Nebbiolo, με κόκκινο κεράσι, τριαντάφυλλο και λεπτές μπαχαρένιες αποχρώσεις. Το στόμα δείχνει κομψότητα και ζωντανή οξύτητα, με μακρά επίγευση – χαρακτηριστικό των παλαιότερων αμπελιών που δίνουν βάθος και μήκος.
Barolo Albe 2020 — Ζουμερό και πολυεπίπεδο Barolo, με κεράσι, άγουρη φράουλα και νύξεις λουλουδιών. Οι τανίνες είναι απαλές και μεταξένιες, η δομή φιλική και φωτεινή. Ένα κρασί που ακτινοβολεί, αποτυπώνοντας τέλεια τη συνύπαρξη διαφορετικών εκθέσεων γύρω από το Bricco delle Viole.
Barolo Coste di Rose 2019 — Αέρινο και κομψό, με τη χαρακτηριστική sandy δόση του συγκεκριμένου cru. Φράουλα και κεράσι κυριαρχούν στο αρωματικό προφίλ, ενώ το στόμα έχει πιο κοφτή, ζωηρή ενέργεια και λεπτές τανίνες.
Barolo Ravera 2019 — Δομημένο, αλλά ταυτόχρονα ζουμερό, με υφή που θυμίζει ώριμο ροδάκινο. Οι τανίνες είναι στρογγυλές και ώριμες, δίνοντας βάθος χωρίς σκληρότητα. Ένα πληθωρικό, ολοκληρωμένο Barolo.
Barolo Bricco delle Viole 2019 — Λουλουδένιο, αριστοκρατικό και λεπτοδουλεμένο. Βιολέτες, κόκκινα φρούτα, γλυκόριζα και καθαρή ορυκτότητα. Οι τανίνες είναι εξαιρετικά μεταξένιες.
Luigi Baudana, Barolo Serralunga d’Alba 2019 — Η κλασική έκφραση της Serralunga: πυκνή δομή, στιβαρές τανίνες και βαθύ προφίλ. Κεράσι, δαμάσκηνο, πίσσα και μεταλλικότητα συνθέτουν ένα Barolo με δύναμη και χαρακτήρα, που ανταμείβει όσους του δώσουν χρόνο.
Barolo Baudana 2019 — Πυκνό, με ένταση και βάθος. Μαύρα φρούτα, μέντα, λιβάνι, πικρή σοκολάτα και άγρια βότανα δημιουργούν ένα κρασί με αρχιτεκτονική δομή και μεγάλη διάρκεια.
Τα κρασιά του G.D. Vajra εισάγονται στην Ελλάδα από το Mr Vertigo.
CERETTO
Ανηφορίζοντας τον δρόμο που οδηγεί προς το οινοποιείο Ceretto, η θέα του λόφου San Cassiano είναι μαγευτική. Τέλος Οκτωβρίου και τα φύλλα στα δέντρα έχουν πάρει ένα εκπληκτικό χρυσοκόκκινο χρώμα, που γίνεται ακόμη πιο έντονο καθώς φωτίζονται από τις ακτίνες του απογευματινού ήλιου. Στην κορυφή δεσπόζει ένα εντυπωσιακό κτίριο, μία από τις ιδιοκτησίες του Vittorio Emanuele στο παρελθόν, το οποίο σήμερα στεγάζει τις εγκαταστάσεις του οινοποιείου Ceretto.
Μας υποδέχεται ο Mattia Pagliasso, export manager του οινοποιείου, ο οποίος αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στους χώρους παραγωγής, μιλώντας παράλληλα για την ιστορία του οινοποιείου. Πρόκειται για μια οικογενειακή επιχείρηση που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’30 στην Alba από τον Riccardo Ceretto, ο οποίος οινοποιούσε αρχικά σταφύλια που αγόραζε από τους τοπικούς παραγωγούς.

Η δεύτερη γενιά, αποτελούμενη από τους γιους του Riccardo, Bruno και Marcello, έστρεψε την προσοχή της οικογένειας προς την αμπελοκαλλιέργεια – προς μεγάλη απογοήτευση του πατέρα, ο οποίος δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να γίνουν τα παιδιά του αγρότες. Όμως, την εποχή εκείνη πολλά αμπέλια που είχαν εγκαταλειφθεί από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες τους ήταν προς πώληση και η νεότερη γενιά των Ceretto είχε ήδη αντιληφθεί τη σημασία των ιδιόκτητων αμπελώνων για την παραγωγή ποιοτικού κρασιού.
Άρχισαν να αγοράζουν αμπέλια αρχικά στην περιοχή του Roero, όπου παράγεται η λευκή ποικιλία Arneis, που μέχρι σήμερα αποτελεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της παραγωγής του συγκεκριμένου οινοποιείου. Σημείο-σταθμός για την παραγωγή ποιοτικού λευκού από το Arneis ήταν το 1985. Ακολούθησαν οι αμπελώνες στην περιοχή του Nebbiolo και του Barbaresco, ενώ το 2009, υπό την καθοδήγηση του εκπροσώπου της τρίτης γενιάς, Alessandro Ceretto, όλοι οι αμπελώνες άρχισαν σταδιακά να μετατρέπονται σε βιολογικούς. Από το 2015 πιστοποιήθηκαν όλοι ως βιολογικοί, ενώ πλέον χρησιμοποιούνται και πολλές βιοδυναμικές πρακτικές στον αμπελώνα.
Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα οινοποιεία της περιοχής, καθώς η παραγωγή φτάνει σήμερα τα 1,2 εκατομμύρια φιάλες. Γύρω από το σημερινό οινοποιείο, στο οποίο η επιχείρηση μεταφέρθηκε τη δεκαετία του ’80, απλώνονται 32 εκτάρια αμπελώνα. Στην περιοχή του Barolo καλλιεργούνται επίσης αμπελώνες, από τους οποίους παράγονται οι ετικέτες της διάσημης ονομασίας προέλευσης σε ένα μικρότερο οινοποιείο στο Castiglione Falletto, το οποίο χτίστηκε το 1982. Έξι ετικέτες, όλες single vineyard, από διάσημα αμπελοτόπια όπως το Bricco Rocche και το Prapò, παράγονται εδώ.
Αντίστοιχα, στην περιοχή του Barbaresco βρίσκεται το οινοποιείο Bricco Asili, που είναι το πρώτο οινοποιείο που έχτισαν οι αδελφοί Bruno και Marcello Ceretto και στο οποίο παράγονται οι ετικέτες της ομώνυμης ονομασίας προέλευσης.
Η φιλοσοφία της οινοποίησης αποτελεί έναν συνδυασμό της παράδοσης –με τη χρήση των μεγάλων βαρελιών τύπου botte– με μικρά γαλλικά barriques που εισήγαγε ο Alessandro Ceretto. Στο εντυπωσιακό κελάρι συναντάμε, εκτός από τα βαρέλια, και αμφορείς από terracotta, καθώς στόχος είναι ο περιορισμός του ξύλου στη διάρκεια της ωρίμανσης των κρασιών.
Η επίσκεψη ολοκληρώνεται με μια γευσιγνωσία, που αναδεικνύει τη φιλοσοφία και την προσοχή στη λεπτομέρεια που χαρακτηρίζει το οινοποιείο Ceretto. Κάθε ετικέτα εκφράζει με καθαρότητα το terroir από το οποίο προέρχεται, ενώ η κομψότητα και η ισορροπία αποτελούν κοινό παρονομαστή σε όλα τα κρασιά. Η οικογένεια συνεχίζει να επενδύει στην αειφορία και σε πρακτικές που σέβονται το περιβάλλον, θέτοντας τις βάσεις για το μέλλον της περιοχής. Φεύγοντας, μένει η αίσθηση ότι το Ceretto δεν είναι μόνο ένα μεγάλο οινοποιείο, αλλά και ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται διαρκώς, παραμένοντας πιστός στις ρίζες του.

ΔΟΚΙΜΑΣΑΜΕ
Langhe DOC Arneis — Το Arneis του Ceretto παραμένει ένα από τα πιο καθαρά δείγματα της ποικιλίας στο Roero: με λεπτή οξύτητα, φρέσκο και φωτεινό, με ντελικάτα λουλούδια και διακριτικό mineral χαρακτήρα. Η δομή του είναι αέρινη αλλά ακριβής, ενώ στο στόμα συνδυάζει φρούτο και αλμυρότητα με τρόπο που δείχνει την προσοχή στον αμπελώνα και την οινοποίηση χωρίς βαρέλι. Ένα από τα πιο κομψά Arneis της περιοχής.
Langhe DOC Rosso — Ένα blend που αντικατοπτρίζει το ύφος του οίκου: φρέσκο, άμεσο και καθαρό, με κόκκινα φρούτα και απαλή τανική δομή. Η προσέγγιση είναι περισσότερο καθημερινή, αλλά η ισορροπία και η καθαρότητα του Ceretto είναι ξεκάθαρες στο ποτήρι.
Moscato d’Asti DOCG — Το Moscato d’Asti του Santo Stefano είναι ένα από τα ιστορικότερα της ζώνης. Για όσους αγαπούν αυτόν τον τύπο κρασιού, έχει λευκά άνθη, ροδάκινο, φλούδα λεμονιού – και μια οξύτητα που κρατάει το κρασί ζωντανό.
Barbaresco Asili — Ένα κρασί-σύμβολο για την περιοχή: η απόλυτη ισορροπία ανάμεσα σε λεπτότητα και δομή. Αρώματα κόκκινου τριαντάφυλλου, κερασιού και γλυκών μπαχαρικών, με τανίνες εξαιρετικής ακρίβειας. Το Asili είναι πάντα το πιο «ποιητικό» Barbaresco του Ceretto, με μακρύ, ξεκάθαρο τελείωμα.
Barolo Cannubi San Lorenzo — Προέρχεται από το ιστορικό Cannubi, ένα terroir γνωστό για τη λεπτότητα και τη σοφιστικέ δομή του. Το κρασί είναι βαθύτερο, πιο σύνθετο, με στρώσεις από κεράσι, τριαντάφυλλο, μαλακά βότανα και μια υποδειγματική ισορροπία τανινών. Έχει μεγάλη διάρκεια ζωής και δείχνει το Nebbiolo στο πιο ευγενικό του πρόσωπο.
Τα κρασιά του Ceretto εισάγονται στην Ελλάδα από τον Αίολο.








