«Το κρασί είναι γλώσσα, η γλώσσα των θεών. Είναι ένα πνευματικό ποτό που συνδέει γαστρονομία, πολιτισμό, τέχνη και φιλοσοφία. Στη δική μου φιλοσοφία, ο κόσμος του κρασιού είναι κάτι μοναδικό παγκοσμίως, για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα γιατί παράγουμε κρασί εδώ και 8.000 χρόνια. Αν θέλουμε να παραμείνουμε κοινότητα ανθρώπων, το κρασί είναι κρίσιμο στοιχείο».
Ο Gérard Bertrand μιλά με τρόπο που αποτυπώνει τη διαδρομή του. Τα τελευταία σαράντα χρόνια η παρουσία του συνδέθηκε στενά με την ανοδική πορεία του Languedoc. Σε μια περιοχή που επί δεκαετίες είχε ταυτιστεί με τον όγκο παραγωγής, επένδυσε συστηματικά στην ποιότητα, στη βιοδυναμική καλλιέργεια και στη διεθνή προβολή, συμβάλλοντας στη μετατόπιση της εικόνας της προς μια πιο premium κατεύθυνση.
Βρέθηκε για λίγες ώρες στην Αθήνα ως τιμώμενο πρόσωπο στην εκδήλωση που διοργάνωσε η ΔΥΝΑΜΙΚΗ στο Tudor Hall, με αφορμή την έναρξη της συνεργασίας για τη διάθεση των κρασιών του στην ελληνική αγορά.
«Αν δεν ήμουν Γάλλος, σίγουρα θα ήμουν Έλληνας», λέει. Επισκέπτεται συχνά τη χώρα μας και σχεδόν κάθε καλοκαίρι βρίσκεται είτε στα νησιά είτε στην ηπειρωτική Ελλάδα. Έχει ιδιαίτερη αδυναμία στη Χαλκιδική και αναζητά πάντα μια αφορμή για να επιστρέψει.
Η Ελλάδα εμφανίζεται συχνά στον λόγο του όταν μιλά για την ιστορία του κρασιού. «Πρέπει να τιμούμε την ιστορία. Όλα ξεκίνησαν με τα orange wines στη Γεωργία, στη συνέχεια το κρασί βρέθηκε στην Αίγυπτο και έπειτα στην Ελλάδα. Οι Έλληνες μας έφεραν τον αμφορέα και τις ποικιλίες αμπέλου στη Γαλλία. Έφτασαν στη Narbonne, εκεί όπου ζω, πριν από 2.400 χρόνια. Μας μεταφέρατε έναν τρόπο ζωής και μια φιλοσοφία, και το κρασί αποτελεί μέρος αυτής».
Σήμερα διαχειρίζεται 17 κτήματα στον γαλλικό Νότο, όλα πιστοποιημένα βιοδυναμικά από τη Demeter. Η μετάβαση ξεκίνησε το 2002 και έγινε σταδιακά. «Δεν χρησιμοποιούμε χημικά προϊόντα. Δεν χρησιμοποιούμε τεχνητά λιπάσματα ή φυτοφάρμακα. Χρησιμοποιούμε μόνο φυσικά σκευάσματα. Για μένα είναι σημαντικό να συνδέεις τη Γη με το σύμπαν». Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται και σε μελέτη του γαλλικού ερευνητικού ινστιτούτου INRAE, σύμφωνα με την οποία στη συμβατική γεωργία καταγράφονται περίπου 1.400 μικροβιακές αλληλεπιδράσεις στο έδαφος, στη βιολογική περίπου 1.900, ενώ στη βιοδυναμική ο αριθμός αυξάνεται δραστικά και είναι 30 φορές μεγαλύτερος και όπως λέει, «περισσότερη ζωή στο έδαφος σημαίνει καθαρότερη έκφραση του terroir.»
Στο εμπορικό σκέλος, η στρατηγική της εταιρείας που έχει γίνει κολοσσός, χαράσσεται σε κύκλους τριετίας, με ετήσια αναθεώρηση ανά αγορά και συγκεκριμένους στόχους. Από τέσσερα άτομα το 1987, όταν ανέλαβε επίσημα στα 22 του, ο οργανισμός αριθμεί σήμερα περίπου 500 εργαζομένους και εξάγει σε 175 χώρες. Στην αμπελουργία, όμως, ο ορίζοντας είναι διαφορετικός. «Όταν φυτεύεις αμπέλι, δεν σκέφτεσαι τα επόμενα τρία χρόνια. Επενδύεις για 20 ή 30 χρόνια. Προετοιμάζεις το μέλλον».
Η πορεία του συνδέθηκε με τη μεταβολή της εικόνας του Languedoc. Από τα κρασιά μαζικής παραγωγής έφτασε την οινική ζώνη στην κορυφή του κόσμου με μια τεράστια γκάμα που περιλαμβάνει από απλά, καθημερινά κρασία μέχρι super premium ετικέτες. Και όπως λέει για κάθε περιοχή ξεκινάει από πάνω προς τα κάτω. Πρώτα θα δει το μεγάλο κρασί που μπορεί να φτιάξει. Στο χαρτοφυλάκιό του περιλαμβάνονται κρασιά με σημαντικές διακρίσεις. Το Clos du Temple ένα από τα κρασιά που φτιάχνει σε συνεργασιά με τον Κυριάκο Κυνηγόπουλο, αναδείχθηκε πέντε συνεχόμενες φορές ως το καλύτερο ροζέ στον κόσμο, το Clos d’Or συμπεριλήφθηκε στα Top 100, ενώ υπήρξε από τους πρωτοπόρους στην κατηγορία των orange wines.
Στα 61 του μετρά 51 τρύγους. «Ο πατέρας μου, ο Georges Bertrand, ήταν από τους πρώτους που πίστεψαν στις δυνατότητες της περιοχής. Με δίδαξε, με καθοδήγησε. Έκανα τον πρώτο μου τρύγο στα 10 μου χρόνια».
Στο Château l’Hospitalet δημιούργησε πεντάστερο wine resort, επιδιώκοντας τη σύνδεση κρασιού, γαστρονομίας, πολιτισμού και τέχνης. «Ο κόσμος δεν θέλει απλώς να πιει κρασί. Θέλει να ζήσει μια εμπειρία. Να καταλάβει τον τόπο, τον τρόπο οινοποίησης, την παλαίωση, τη λογική του blend». Ο Νότος της Γαλλίας, όπως σημειώνει, έχει εξελιχθεί σε προορισμό τα τελευταία είκοσι χρόνια.
Στη συζήτηση μπαίνει και η πορεία της αγοράς. «Η αγορά υποχωρεί 5–8% παγκοσμίως και υπάρχουν πέντε βασικοί λόγοι γι’ αυτό: οικονομικές δυσκολίες, νομισματικές διακυμάνσεις, αυξημένο κόστος χρήματος, κλιματική αλλαγή με χαμηλότερες αποδόσεις και αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς. Ο ανταγωνισμός προέρχεται κυρίως από spirits, μπίρα και cocktails. Η επιτυχία του spritz ενίσχυσε το Prosecco. Η κουλτούρα αλλάζει. Οι άνθρωποι πίνουν λιγότερο αλλά καλύτερα. Τίποτα δεν αντικαθιστά το κρασί ως μέσο σύνδεσης και γαστρονομικού συνδυασμού».
Γνωρίζει καλά και το ελληνικό κρασί. «Στον κόσμο υπάρχουν 1.500 ποικιλίες. Οι περισσότεροι γνωρίζουν λιγότερες από δέκα. Στην Ελλάδα έχετε πάνω από 150, κυρίως γηγενείς. Το Ξινόμαυρο, το Αγιωργίτικο, το Ασύρτικο έχουν μοναδικό αποτύπωμα. Όπως τα παλαιά Carignan στη Γαλλία ή τα παλαιά Zinfandel στην Αμερική. Αυτή είναι η γεύση ενός τόπου».
Στα νέα του σχέδια, που δεν σταματάνε ποτέ, περιλαμβάνεται κι ένα νέο project στο Cahors, στην Occitanie, με στόχο την ανάδειξη ενός εμβληματικού Malbec.
Το ράγκμπι, στο οποίο είχε διακριθεί σε επαγγελματικό επίπεδο, αποτελεί πλέον μέρος του παρελθόντος. Συνεχίζει να εργάζεται επτά ημέρες την εβδομάδα και να ταξιδεύει περίπου 100 ημέρες τον χρόνο, παραμένοντας στο αμπέλι κατά τη διάρκεια του τρύγου. «Γερνάς όταν δεν έχεις σχέδια. Εγώ έχω πολλά. Αυτός είναι ο τρόπος ζωής μου».









