«Η Σούγια είναι ίδια, όπως και 30 χρόνια πριν που πήγα για πρώτη φορά», λέει ένας Ρεθυμνιώτης φίλος που βλέπει την Κρήτη να αλλάζει, αλλά τα νότια παράλιά της, με εξαίρεση το Λασίθι, να έχουν ακόμα μια ήπια τουριστική ανάπτυξη. Είναι πολύ πιθανό να αλλάξει αυτό στο μέλλον, καθώς γίνονται μεγάλες αγορές γης, μεταξύ άλλων από Ισραηλινούς που βλέπουν την Ελλάδα ως τουριστική βιομηχανία.
Επειδή δεν είχα ξαναπάει στη Σούγια, είπα να μη μείνω στα λόγια του και να δω την εικόνα με τα μάτια μου. Φτάνοντας στο χωριό, σχεδόν μία ώρα διαδρομή από τα Χανιά, η εικόνα της παραλίας σκάει μπροστά σου σαν να τη βλέπεις από παράθυρο. Πετραδάκι και δροσερά νερά συνθέτουν την ιδανική αίσθηση για τα γούστα μου. Στα δύο μέτρα από την παραλία, αρμυρίκια για ίσκιο, μπαράκια, εστιατόρια και μαγαζιά με καλοκαιρινά είδη, χωρίς ασχήμιες στην αισθητική, προσπαθούν να μοιραστούν τις επιλογές του επισκέπτη.
Μόλις 50 μέτρα μακριά, στον κεντρικό δρόμο, κάτω από τη σκιά των μουριών, είναι τα τραπεζάκια του Ηλία ή Hlias Grill House για τους ξενόγλωσσους. Με την πρώτη ματιά το μαγαζί δείχνει ό,τι πρέπει για ψητοπωλείο. Και μετά βλέπω τον γύρο. Στην αρχή νόμιζα ότι κάνω λάθος, αλλά εστιάζοντας είδα κομμάτια κρέατος στοιβαγμένα με το χέρι να σιγοψήνονται. Αυτό είναι μια στο εκατομμύριο πλέον σε γυράδικο, οπότε απλά έκατσα στο τραπέζι και περίμενα να έρθουν για παραγγελία.
Η Ευαγγελία Τσέρου, σύζυγος του Ηλία Τζατζιμάκη, μου είπε λίγο πολύ ότι έπρεπε να πάρω όλον τον κατάλογο. Προφανώς το τυλιχτό με γύρο, που ήταν η πρώτη μου επιλογή, αλλά και τυλιγμένο σε σφακιανή πίτα, ψημένη στη φωτιά αντί για τη σουβλακόπιτα. Εναλλακτικά, γεμισμένη με μοσχάρι ή κοτόπουλο που το ψιλοκόβουν οι ίδιοι. Τηγανητές πατάτες που μαζεύουν από τον κήπο τους και τις κόβουν στο χέρι. Πράσινη σαλάτα που φτιάχνεται με τον ίδιο τρόπο και ντάκος που γίνεται βάση για μαλακό τυρί, τομάτα που μυρίζει τομάτα και κρητικές ελίτσες. Στο τελείωμα, μια σφακιανή πίτα με μέλι, που είναι το ίδιο με αυτό που τρώει η οικογένεια για το πρωινό της.
Και μιας και μιλάμε για οικογένεια, όσο τρώγαμε, παιδιά έπαιζαν μπάλα λίγο πιο πέρα. Τα δύο ήταν τα δικά τους παιδιά, που όταν πείνασαν ο Ηλίας τούς έψησε τα «ξυλάκια» τους -ούτε εδώ υπάρχουν καλαμάκια- και τα γαρνίρισε με πίτα, πατάτες και μπόλικη τομάτα. Έφαγαν ό,τι τρώγαμε κι εμείς, σε διπλή ποσότητα, χωρίς τύψεις. Για το τελείωμα ήρθε μια δροσερή τσικουδιά. Ευτυχώς είχα κρατήσει λίγη από τη σφακιανή πίτα και ταίριαξε.
Στον ορίζοντα της σκηνής που θα με φιλοξενούσε τη νύχτα, είχα τον αστερισμό του Σκορπιού, με τον Αντάρη να έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Με δυσκολία πήρα την απόφαση να μπω μέσα για να κοιμηθώ, αντί να αφήσω τον ύπνο να με πάρει εκεί, στα πετραδάκια, με τελευταία εικόνα το απέραντο του σύμπαντος.









