ΣΑΜΟΣ

Θάλεια Καρτάλη

Ηχεί ακόμη στα αυτιά μου η φωνή του σομελιέ σε κηφισιώτικο εστιατόριο: «ʘα θέλατε να ολοκληρώσετε το γεύμα σας με ένα Samos Grand Cru;». ʘα πρέπει να ήταν κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν τα εστιατόρια στα οποία οινοχόοι καθοδηγούσαν τις οινικές επιλογές ήταν ελάχιστα και οι δικές μου γνώσεις γύρω από το κρασί ανύπαρκτες.

Λίγα χρόνια αργότερα, η προσφορά γλυκού κρασιού –η επιλογή ήταν ανάμεσα σε σαμιώτικο και λημνιό– μετά από ένα γεύμα άρχισε να γίνεται πιο διαδομένη και στα λιγότερο «κυριλέ» εστιατόρια. Κάπως έτσι άρχισε η δική μου επαφή με τα επιδόρπια κρασιά, και όταν αργότερα βρέθηκα στα θρανία του WSPC, άρχισα να συνειδητοποιώ τον ρόλο των επιδόρπιων οίνων στην οινοπαραγωγική κουλτούρα της χώρας μας, να μαθαίνω για τρόπους παραγωγής τους, αλλά κυρίως την τεράστια αξία του γλυκού Μοσχάτου της Σάμου.

«Αν το κρασί αυτό παραγόταν στη Γαλλία, η τιμή πώλησής του θα ήταν δεκαπλάσια», θυμάμαι να μας λέει ο Κωνσταντίνος Λαζαράκης. Παρότι το να ολοκληρώνει κανείς το γεύμα του με ένα ποτήρι επιδόρπιο οίνο ή να πίνει ένα ποτήρι γλυκό ή ημίγλυκο συνοδεύοντας τυριά ή κάποιο πρώτο πιάτο δεν είναι ακόμη κάτι που συνηθίζεται ευρέως στο ελληνικό τραπέζι, εντούτοις τα γλυκά κρασιά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της οινοπαραγωγικής ιστορίας της Ελλάδας. Δεν θα ξεχάσω την υπερηφάνεια που ένιωσα όταν σε δείπνο στη Σκωτία ο φίλος μας οικοδεσπότης προσέφερε στο τέλος ένα Samos Grand Cru, συγκαταλέγοντάς το στα πιο σπουδαία επιδόρπια κρασιά του κόσμου.

Λέγεται πως ο θεός Διόνυσος δίδαξε στους Σαμιώτες την καλλιέργεια της αμπέλου ως ανταπόδοση στη βοήθεια που του παρείχαν για να κατατροπώσει τις Αμαζόνες, ενώ η παράδοση αναφέρει πως ο πρώτος αμπελοκαλλιεργητής ήταν ο ήρωας της Αργοναυτικής εκστρατείας Αγκαίος. Το βέβαιον είναι ότι το νησί της Σάμου συνδέεται άρρηκτα με την παραγωγή γλυκού κρασιού, από το περίφημο μικρόρωγο Μοσχάτο Σάμου, και οι πανέμορφοι αμπελώνες που απλώνονται στο βόρειο κυρίως μέρος του νησιού, διαμορφωμένοι σε πεζούλες, αποτελούν ένα θέαμα εκπληκτικό. Αναπόσπαστο κομμάτι της καλλιέργειας και της οινοποίησης, ο Ενιαίος Οινοποιητικός Αγροτικός Συνεταιρισμός Σάμου (ΕΟΣ Σάμου), ο οποίος ιδρύθηκε το 1934 και μέχρι το 2013 διατηρούσε το μονοπώλιο της παραγωγής στο νησί, φιγουράροντας ανάμεσα στα 10 μεγαλύτερα οινοποιεία της χώρας.

Μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αποτέλεσμα της μακροχρόνιας προσπάθειας του οινοποιού Ευάγγελου Μυτιληναίου, άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία και άλλων οινοποιείων, που συνεχίζουν την παράδοση του νησιού, έχοντας ως στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της εικόνας της Σάμου στον παγκόσμιο οινοπαραγωγικό χάρτη.

Οι βαρελοποιοί επί το έργον

ΕΟΣ ΣΑΜΟΥ

Η συμβολή του Οινοποιητικού Αγροτικού Συνεταιρισμού Σάμου στην οινοπαραγωγική εξέλιξη του νησιού είναι αδιαμφισβήτητη. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, το σαμιώτικο κρασί αποτελούσε το νούμερο ένα εξαγώγιμο κρασί της χώρας, με ένα τεράστιο ποσοστό της παραγωγής να εξάγεται στη Γαλλία –η οποία εξακολουθεί να απορροφά το μεγαλύτερο κομμάτι της παραγωγής– και τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία να εξελίσσονται γρήγορα σε σημαντικές αγορές. Οι εικόνες των πλοίων που φορτώνουν τις τεράστιες ποσότητες που εξάγονται κυρίως στη Γαλλία είναι γνώριμες σε όλους όσοι έχουν επισκεφθεί το νησί.

Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία που είναι καταγεγραμμένα από τον Συνεταιρισμό, το εμπορικό ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για το σαμιώτικο κρασί ξεκινά στα μέσα του 16ου αιώνα, με την ίδρυση προξενείων στο νησί. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Σάμος τροφοδοτεί με επώνυμα κρασιά αγορές της Ανατολής και της Δύσης, ο εκκλησιαστικός οίνος που χρησιμοποιείται από την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το σαμιώτικο, ενώ η Καθολική Εκκλησία έχει παραχωρήσει στη Σάμο το «προνόμιο της παρασκευής οίνου με πιστοποιητικό Καθολικής Αποστολής». Το συνεταιριστικό σχήμα αριθμεί σήμερα 2.200 φυσικά μέλη, με τον ΕΟΣ να συγκεντρώνει, να οινοποιεί και να εμπορεύεται το σύνολο της παραγωγής των αμπελοκαλλιεργητών-μελών του. Ο Συνεταιρισμός διαθέτει δύο οινοπαραγωγικές μονάδες, μία στο Μαλαγάρι, που είναι και η πρωτεύουσα του νησιού, και μία στο Καρλόβασι, ενώ η έκταση των καλλιεργούμενων αμπελώνων είναι περίπου 14.000 στρέμματα.

Απλωμένοι κυρίως στο βόρειο τμήμα του νησιού, αμφιθεατρικά και με υψόμετρο που φθάνει και τα 900 μέτρα, με θέα το απέραντο γαλάζιο, οι αμπελώνες είναι διαμορφωμένοι σε πεζούλες ξερολιθιάς στις απότομες πλαγιές του όρους Άμπελος. Εκεί καλλιεργείται σε ποσοστό 98% το περίφημο Άσπρο Μοσχάτο Σάμου, το οποίο επικράτησε κατ’ αρχάς μετά το πέρασμα της φυλλοξήρας από το νησί, το 1892, και στη συνέχεια με τη θεσμοθέτηση του νόμου το 1934, με τον οποίο η ονομασία «Σάμος» επιτρεπόταν μόνο για γλυκά ξηρά και ημίξηρα κρασιά από λευκό Μοσχάτο. Ολόκληρη η οινοποιητική ιστορία του νησιού της Σάμου ξετυλίγεται στα μάτια του επισκέπτη στο Μουσείο Οίνου του Συνεταιρισμού, το οποίο στεγάζεται σε ένα κτίριο οιναποθήκης του 19ου αιώνα. Εκεί συναντά κανείς μεγάλες ξύλινες δεξαμενές του περασμένου αιώνα, παλιές φωτογραφίες και συλλεκτικές φιάλες, καθώς και σκεύη και εργαλεία βαρελοποιίας και παλιά μηχανήματα οινοποίησης.

— samoswine.gr

Τρύγος στη Σάμο

OINOΠΟΙΕΙΟ ΝΟPERA

Mε μια γκάμα που περιλαμβάνει, εκτός από τα γλυκά κρασιά, και δύο ετικέτες ξηρού λευκού Μοσχάτου, το οινοποιείο Nopera, στο Καρλόβασι, είναι το πρώτο ιδιωτικό οινοποιείο που ιδρύθηκε στη Σάμο μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία άνοιξε τον δρόμο για τη δραστηριοποίηση και άλλων οινοποιητικών μονάδων πέραν του Συνεταιρισμού. Η ιστορία της οικογένειας Νοpera ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν φεύγοντας από τη Μάλτα εγκαταστάθηκε στο νησί της Σάμου και ξεκίνησε την οινοποίηση και την εμπορία Μοσχάτου οίνου. Η δραστηριότητα του οινοποιείου διακόπηκε με την ίδρυση του ΕΟΣ Σάμου και το νήμα ξαναέπιασε ο Ευάγγελος Μυτιληναίος με την απόφασή του να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

«Για τον πατέρα μου δεν ήταν απλώς μια απόφαση, αλλά ένα όραμα που είχε πολλά χρόνια και πήγαζε από την αγάπη του για τον τόπο του και τη νέα γενιά», τονίζει ο σημερινός ιδιοκτήτης της Νοpera, Νικόλαος Μυτιληναίος. Οι τρεις ιδιόκτητοι αμπελώνες 40 στρεμμάτων απλώνονται σε διαφορετικά σημεία του νησιού, με διαφορετική μορφολογία εδάφους και μικροκλίματα, και καλλιεργούνται οργανικά και βιοδυναμικά, χαρίζοντας κρασιά με αρώματα και πολυπλοκότητα, που ενισχύουν την οινοποιητική παράδοση του νησιού.

Η Νοpera παράγει δύο ετικέτες λευκού ξηρού κρασιού, τη σειρά Roya, καθώς και δύο ετικέτες γλυκού κρασιού, το Νοpera, έναν φυσικώς γλυκύ οίνο από σταφύλια που λιάζονται παραδοσιακά κάτω από ελαιόδενδρα, καθώς και το Nοpera Epitome NV, για την παραγωγή του οποίου επιλέγονται βαρέλια που έχουν εξελιχθεί ιδανικότερα από συγκεκριμένες επιλεγμένες χρονιές. Η ετήσια παραγωγή κυμαίνεται στις 30.000 φιάλες, ενώ στόχος, όπως εξηγεί ο κ. Μυτιληναίος, είναι να δημιουργηθούν και άλλα στιλ κρασιού, γεγονός που θα οδηγήσει και σε αύξηση της παραγωγής. Αυτή τη στιγμή, περίπου το 50% της παραγωγής εξάγεται σε χώρες της Ευρώπης. «Πρωταρχικός στόχος είναι η συνέχεια σε αυτό που έχουμε δώσει μέχρι τώρα στο οινόφιλο κοινό, με σοβαρότητα και σεβασμό στο προϊόν σε όλα τα στάδια της παραγωγής. Από το αμπέλι μέχρι την εμφιάλωση, όλα έχουν ειδική βαρύτητα και συντελούν στο τελικό αποτέλεσμα. Αυτό συνεπάγεται και την εμπιστοσύνη του κοινού και αυτό θα μας δώσει και τη δύναμη να αναπτυχθούμε. Το μέλλον είναι αλληλένδετο με την ανάπτυξη και ευελπιστούμε να εξελίξουμε την ποικιλία μας και σε άλλα στιλ κρασιού», υπογραμμίζει ο κ. Μυτιληναίος.

— noperawine.com

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΒΑΚΑΚΗ

Ένα ακόμη μικρό οινοποιείο που δραστηριοποιείται στη Σάμο με την παραγωγή κρασιών που αμμική μορφή με αιγαιοπελαγίτικες κατά κύριο λόγο ποικιλίες, όπως το Ασύρτικο, το Φωκιανό, ο Αυγουστιάτης και το Μαύρο Μοσχάτο, ποικιλία την οποία διέσωσε και ανέδειξε το συγκεκριμένο οινοποιείο. 

— vakakiswines.gr

g

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.