ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

Θάλεια Καρτάλη

Το χαμόγελο του Λεωνίδα Χατζημιχάλη ήταν καλά κρυμμένο πίσω από τη μάσκα, όταν με υποδέχθηκε στην είσοδο του ιστορικού Κτήματος της Αταλάντης μια ζεστή ημέρα του Σεπτεμβρίου, καταμεσής του τρύγου. Αποκαλύφθηκε λίγο αργότερα, όταν –χάριν της φωτογράφισης– η μάσκα απομακρύνθηκε και ο Λεωνίδας, περιτριγυρισμένος από τους ανθρώπους του Κτήματος που εργάζονταν πυρετωδώς μεταφέροντας τις κλούβες με το σταφύλι που μόλις είχε τρυγηθεί, χαμογέλασε αμήχανα στον φακό. Έπειτα από λίγη ώρα, δεχόταν με το ίδιο γλυκό χαμόγελο τα τρυφερά πειράγματα των γυναικών που παραδοσιακά τρυγούν τα σταφύλια στο Κτήμα Χατζημιχάλη, «με γυναικείο χάδι», όπως μας εξήγησε ο πρωτότοκος γιος του Δημήτρη Χατζημιχάλη, του ανθρώπου που, χάρη στην αγάπη του για το κρασί και στο τεράστιο μεράκι του, δημιούργησε το Κτήμα στις αρχές της δεκαετίας του ’70. «Σήμερα τρυγάμε το Ασύρτικο Αλεπότρυπα, single vineyard», με ενημέρωσε πριν προλάβω να ρωτήσω. «Δίνουμε μεγάλη έμφαση στο γεγονός ότι συγκεκριμένα αμπελοτόπια δένουν με συγκεκριμένες ποικιλίες, και έπειτα από χρόνια έρευνας ο πατέρας μου ανακάλυψε ότι εδώ δένει καλύτερα το Ασύρτικο από ό,τι το Chardonnay που υπήρχε παλιά», μου εξήγησε. 

Παρά την ασυνήθιστη για την εποχή ζέστη, στο σημείο όπου στεκόμασταν νιώθαμε το αεράκι που ερχόταν από τον Ευβοϊκό Κόλπο, το οποίο σε συνδυασμό με το ρεύμα που κατεβαίνει το βράδυ από τον Παρνασσό λειτουργεί σαν φυσικός κλιματισμός για τα αμπέλια. Τυχαίο; Κάθε άλλο. Η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής έγινε μετά από πολύ προσεκτική έρευνα του Δημήτρη Χατζημιχάλη, ο οποίος, όταν αποφάσισε να δημιουργήσει τον αμπελώνα του, όργωσε την Ελλάδα πριν καταλήξει στο συγκεκριμένο σημείο, στην Αταλάντη. Η κληρονομιά που σηκώνει στους ώμους του o Λεωνίδας και την οποία θα μοιράζεται σε λίγο και με τον αδελφό του Παναγιώτη είναι μεγάλη. Πρωτοπόρος από πολλές απόψεις και άνθρωπος με βαθιά καλλιέργεια και αγάπη για το κρασί, ο Δημήτρης Χατζημιχάλης κληροδοτεί στα παιδιά του έναν αμπελώνα 2.200 στρεμμάτων και μια πολυετή παρουσία στον χώρο, η οποία ξεκίνησε με την κυκλοφορία, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, του εμβληματικού Cabernet Sauvignon του Κτήματος Χατζημιχάλη. Έκτοτε πολύ νερό έχει κυλήσει στο αυλάκι και ο Δημήτρης Χατζημιχάλης –παραμένοντας πάντα ο ίδιος ενεργός– βλέπει στα πρόσωπα των γιων του δύο άξιους συνεχιστές. Μετρώντας ήδη τέσσερα χρόνια στο Κτήμα, στο οποίο επέστρεψε έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Βοστώνη των Ηνωμένων Πολιτειών και έχοντας δουλέψει για δύο χρόνια εκεί, ο Λεωνίδας δημιουργεί αμέσως την εντύπωση ενός συγκροτημένου ανθρώπου, με συγκεκριμένους στόχους και τεράστιο σεβασμό σε αυτό που δημιούργησε ο πατέρας του.

Ο Λεωνίδας Χατζημιχάλης χαμογελαστός πλαισιωμένος από τους άνδρες του τρύγου

Η επιλογή να ασχοληθείς με το κρασί ήταν για σένα μονόδρομος;

Όταν είσαι μικρός, το κρασί δεν μπορείς να το αξιολογήσεις. Όταν έκλεισα τα δεκαοκτώ, έφυγα για σπουδές στην Αμερική, είδα κάποια πράγματα κι εκεί αποφάσισα. Σίγουρα το Κτήμα ήταν κομμάτι μου όσο μεγάλωνα, το κρασί όμως δεν μπορείς να το εκτιμήσεις αν δεν το δοκιμάσεις, αν δεν το δεις πώς είναι. 

Ασχολείσαι περισσότερο με τις πωλήσεις και την προώθηση εντός και εκτός Ελλάδας. Με βάση την εμπειρία που απέκτησες και στις ΗΠΑ, ποια είναι η άποψή σου για την παρουσία του ελληνικού κρασιού στο εξωτερικό;

Θεωρώ ότι το ελληνικό κρασί, δυστυχώς, όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε πλασαριστεί σωστά στο εξωτερικό και αναφέρομαι στις κύριες αγορές: Αμερική, Καναδά, Γερμανία. Πιστεύω ότι δεν έγινε focus εκεί που έπρεπε, στην ποικιλία, στην ποιότητα, στην καλή τιμή, στην ιδιαιτερότητα, στα πολλά μικροκλίματα και βέβαια στη δυνατότητά μας να παράγουμε κρασιά δυνατά από διεθνείς, κοσμοπολίτικες ποικιλίες, όπως είναι το Cabernet Sauvignon, το Syrah κ.ά., και μετά πάνω σε αυτό να ακολουθήσουμε με τις ελληνικές, τις σπάνιες ποικιλίες που διαθέτουμε. 

Γιατί θεωρείς ότι ένας ξένος καταναλωτής θα προτιμήσει να δοκιμάσει ένα ελληνικό Cabernet Sauvignon, όταν στη διεθνή αγορά κυκλοφορούν τόσο πολλά; O μεγάλος ανταγωνισμός από άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Χιλή, δεν δημιουργεί μια τεράστια δυσκολία;

Δημιουργεί δυσκολίες σε ένα πολύ συγκεκριμένο niche market ανθρώπων που ψάχνουν κάτι ιδιαίτερο. Ο απλός καταναλωτής που θέλει ένα κρασί για την καθημερινότητά του θα προτιμήσει κάτι που γνωρίζει. Πιο εύκολα θα πάει σε μια γνωστή ποικιλία από μια χώρα που δεν γνωρίζει τόσο καλά, αν θέλει να αναζητήσει κάτι καινούργιο. Θα πρέπει πρώτα να εμπιστευθούν τη χώρα και πάνω σε αυτό να «χτίσουμε» όλες τις απίστευτες ποικιλίες που έχουμε. Ο ξένος καταναλωτής θα θέλει να δοκιμάσει Ξινόμαυρο, αφού έχει δοκιμάσει ένα Cabernet από την Ελλάδα και έχει πειστεί ότι η Ελλάδα κάνει καλό κρασί. 

Ανήκεις σε μια γενιά που βλέπει τα πράγματα με μια πιο φρέσκια ματιά. Γιατί πιστεύεις ότι η Ελλάδα έμεινε πίσω και δεν μπόρεσε να χτίσει ένα καλό brand;

Θεωρώ ότι αυτό που έλειψε ήταν η ενότητα. Είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα υπήρχε η νοοτροπία «να ψοφήσει η κατσίκα του διπλανού», κάτι που ίσχυε και στον κλάδο του κρασιού. Αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει. Είμαστε μικρή χώρα, πρέπει να πάμε ενωμένοι. Γιατί πλέον έχουμε να κάνουμε με θηρία, όπως η Χιλή και η Αργεντινή, δύο χώρες που έχουν φτιάξει ένα πολύ καλό brand, με τιμές τις οποίες η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί. 

Με τα παιδιά της νέας γενιάς των οινοποιών που πρωτοστάτησαν στην επανάσταση του ελληνικού κρασιού τη δεκαετία του ’90, τα οποία έχουν αρχίσει σιγά σιγά να μπαίνουν στην παραγωγή, ανταλλάσσετε απόψεις;

Ανταλλάσσουμε πολύ συχνά απόψεις, κυρίως στις εκθέσεις στις οποίες συναντιόμαστε. Διαπιστώνω ότι συμφωνούμε σε πολλά και βλέπω ότι υπάρχουν παιδιά που θέλουν πραγματικά όχι μόνο να αναπτύξουν τη δική τους εταιρεία, αλλά και να εργαστούν για το ελληνικό κρασί συνολικά. 

Μπορεί να δημιουργηθεί μια νέα ομάδα που θα προωθήσει το ελληνικό κρασί στο εξωτερικό;

Θεωρώ πως ναι. Δεν θέλω να αναφερθώ σε συγκεκριμένα παραδείγματα, για να μην αδικήσω ανθρώπους, αλλά υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα παιδιά τα οποία έχουν κάνει εξαιρετικές σπουδές, έχουν λάβει εξαιρετική κουλτούρα από τους γονείς τους, και πιστεύω ότι θα μπορέσουμε όλοι μαζί να κάνουμε σημαντικά βήματα.

Πώς είναι να δουλεύει κανείς με έναν άνθρωπο πρωτοπόρο όπως ο Δημήτρης Χατζημιχάλης; Υπάρχουν στιγμές που δυσκολεύουν τα πράγματα;

Δείτε Επίσης
ΜΑΡΚΟΣ ΜΑΡΚΟΒΙΤΗΣ

Δεν είναι εύκολο βέβαια, αλλά ο πατέρας μου είναι πολύ ανοιχτόμυαλος, βλέπει μπροστά. Δεν θα πει ποτέ όχι σε κάτι, θα το συζητήσουμε. Είμαστε και οι δύο άνθρωποι που δεν μας αρέσουν οι συγκρούσεις, αν διαφωνούμε, θα λύσουμε τις διαφορές μας μέσα από τη συζήτηση. Σίγουρα υπάρχουν κάποιες διαφορές στη φιλοσοφία, αλλά αυτό που έχει χτίσει ο πατέρας μου είναι εξαιρετικό. Άλλωστε, το στιλ των κρασιών που παράγουμε τυχαίνει –ίσως είναι ο τρόπος που μας μεγάλωσε– να αρέσει και σ’ εμένα. Οπότε δεν είμαι της άποψης να τα αλλάξουμε όλα, αντιθέτως πιστεύω ότι αυτό που έχει δημιουργήσει το έχει μελετήσει πολύ καλά. Μας το έδωσε με πολλή αγάπη και είναι κάτι το οποίο εμείς πρέπει να το αναπτύξουμε και να το πάμε παρακάτω. 

Εκείνος έχει βάλει μια γερή σφραγίδα στην ιστορία του ελληνικού κρασιού. Οι δικοί σας στόχοι για την επόμενη μέρα ποιοι είναι;

Στόχος μου είναι, όταν πηγαίνουμε σε μια ξένη χώρα, να μη μας ρωτούν αν η Ελλάδα κάνει κρασί, αλλά να ακούμε «ναι, η Ελλάδα κάνει καλό κρασί».

Η λευκή φιάλη δική σου ιδέα ήταν;

Ήταν μια ιδέα που είχα πολύ καιρό στο μυαλό μου και την υλοποίησε η εταιρεία Μousegraphics, που έκανε εξαιρετική δουλειά. To concept ήταν δικό μου.

Έχεις κι άλλα παρόμοια concepts στο μυαλό σου;

Δεν θέλω να αποκαλύψω τίποτα, αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να απολαύσει κάποιος το κρασί πέρα από τους συμβατικούς. Του χρόνου τέτοια εποχή, θεωρώ ότι θα υπάρχει κάτι καινούργιο...g

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.