Ένα ναυάγιο με περισσότερους από 300 αμφορείς που εντοπίστηκε ανοιχτά της Μοναστεράτσε, στην Καλαβρία της νότιας Ιταλίας, φέρνει στο προσκήνιο νέα στοιχεία για το θαλάσσιο εμπόριο της κλασικής αρχαιότητας. Το φορτίο χρονολογείται μεταξύ 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. και συνδέεται με τη Μεγάλη Ελλάδα, τις ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας που εκείνη την εποχή αποτελούσαν σημαντικά κέντρα παραγωγής και διακίνησης αγαθών στη Μεσόγειο.
Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι οι αμφορείς προέρχονται από διαφορετικά εργαστήρια της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας, γεγονός που μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση των εμπορικών δικτύων που συνέδεαν τις ελληνικές αποικίες της νότιας Ιταλίας με άλλους μεσογειακούς λιμένες.
Υπάρχει όμως ένας σημαντικός αστερίσκος. Παρότι πολλά διεθνή δημοσιεύματα αναφέρονται ήδη σε «εμπόριο κρασιού», μέχρι στιγμής δεν έχουν δημοσιευθεί αναλύσεις υπολειμμάτων που να αποδεικνύουν ότι οι αμφορείς περιείχαν πράγματι οίνο. Η υπόθεση βασίζεται κυρίως στην τυπολογία των αγγείων και στη γνωστή αμπελοοινική δραστηριότητα της Μεγάλης Ελλάδας κατά την περίοδο αυτή. Οι επιστήμονες αναμένουν τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Το εύρημα προστίθεται σε μια σειρά σημαντικών ναυαγίων που έχουν συμβάλει στην κατανόηση του αρχαίου εμπορίου οίνου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το ναυάγιο της Περιστέρας στην Αλόννησο, που χρονολογείται στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. και μετέφερε περίπου 3.000 έως 4.000 αμφορείς, αποτελώντας ένα από τα μεγαλύτερα γνωστά εμπορικά ναυάγια της κλασικής αρχαιότητας.
Οι έρευνες στην Καλαβρία συνεχίζονται με φωτογραμμετρική αποτύπωση, δειγματοληψίες και προετοιμασία για την ανάσυρση του φορτίου. Οι αρχαιολόγοι ελπίζουν ότι οι αμφορείς θα προσφέρουν νέα δεδομένα για τις θαλάσσιες διαδρομές, την οικονομία και πιθανώς το εμπόριο κρασιού στη Μεσόγειο πριν από περίπου 2.400 χρόνια.









