Κάθε φορά που ξεκινάω για ένα νέο οινικό ταξίδι, έχω μεγάλη ανυπομονησία.
Το αίσθημα της προσμονής να ανακαλύψω έναν νέο οινικό κόσμο, να συναναστραφώ με τους ανθρώπους του και να συναντήσω μια καινούργια οινική κουλτούρα και φιλοσοφία, είναι πάντα έντονο.
Πόσω μάλλον όταν ο κόσμος αυτός είναι η Καμπανία, με όλη την αίγλη και τη χρυσόσκονη που περιβάλλει τα κρασιά της. Έχοντας πάρει την πρωινή πτήση για Βρυξέλλες, έπειτα από έναν δρόμο δυόμισι ωρών διασχίσαμε το δάσος των Αρδεννών και πέσαμε πάνω στην πόλη της Reims, την άτυπη πρωτεύουσα της Καμπανίας. Στα πόδια της απλώνεται η κοιλάδα του ποταμού Μάρνη, όπου κατηφορίζοντας προς τα σημαντικά χωριά Épernay, Hautvillers και Aÿ, συναντάς κάποια από τα πιο μυθικά grands crus στον κόσμο: Oger, Mesnil-sur-Oger, Cramant, Verzenay, Mailly, κ.ά.
Εδώ χτυπάει η καρδιά των αφρωδών κρασιών που παράγονται με την παραδοσιακή μέθοδο και μπορούν να φέρουν την ονομασία σαμπάνια. Μπορεί να είμαστε συνηθισμένοι σε εικόνες πολυτέλειας και διασκέδασης όπου η σαμπάνια ρέει άφθονη ή να αναζητούμε πάντα για τις γιορτές και τις ιδιαίτερες στιγμές μας μια καλή σαμπάνια για να προσδώσουμε κύρος στο τραπέζι, αλλά πίσω από όλα αυτά κρύβεται ένας αθέατος κόσμος.

Σε αυτόν τον κόσμο βρεθήκαμε στο βάθος της ηπειρωτικής Γαλλίας, με θερμοκρασίες που δεν ξεπέρασαν τους 15-16°C στις αρχές Σεπτεμβρίου και χωρίς μεγάλα διαστήματα ηλιοφάνειας. Το ψυχρό ηπειρωτικό κλίμα της περιοχής συντελεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια στη δημιουργία αυτού του μοναδικού στιλ κρασιού.
Στα έγκατα της Reims και της ευρύτερης περιοχής, μέχρι και 20 μέτρα κάτω από τη γη, περπατήσαμε σε δαιδαλώδεις ρωμαϊκές στοές, παλιά ορυχεία κιμωλίας, όπως εκείνες της Taittinger, που φτάνουν τα 4 χλμ. μήκος και χρονολογούνται από το 400 μ.Χ. Πιο νότια, στο Aÿ, οι στοές είναι μεταγενέστερες και κατασκευάστηκαν από μοναχούς τον 16ο αιώνα. Εκεί ωριμάζουν κάποιες από τις πιο ακριβές σαμπάνιες στον κόσμο.
Τα χοντρά τοιχώματα έσταζαν νερό τις βροχερές μέρες, ενώ τις θερμές η θερμοκρασία διατηρείται χαμηλή, καθώς η κιμωλία, που αποτελεί το κύριο συστατικό του υπεδάφους, συγκρατεί και διοχετεύει το νερό, δίνοντας δομή και χαρακτήρα στο κρασί. Παράλληλα, βαθιά μέσα της βρίσκονται απολιθωμένα όστρακα, αποκαλύπτοντας το μυστικό της ορυκτής και υφάλμυρης γεύσης των περισσότερων σαμπανιών.
Αφού κάνει το terroir τη δουλειά του, αναλαμβάνει ο άνθρωπος. Το κρασί περνά δεύτερη ζύμωση, δημιουργούνται οι φυσαλίδες και οι φιάλες παραμένουν για μήνες ή χρόνια στα pupitres, όπου γίνεται το remuage χειρωνακτικά ή με γυροπαλέτες, μέχρι να φτάσουν στο στάδιο της προσθήκης του liqueur d’expédition. Έτσι καθορίζεται το τελικό στιλ: κρασιά με έντονη οξύτητα, χαμηλό αλκοόλ, αλλά και κρεμώδες, πλούσιο σώμα.
Δοκίμασα σαμπάνιες που κυκλοφορούν μετά από 13 χρόνια, όπως οι Comtes de Champagne Blanc de Blancs 2014 και Comtes de Champagne Rosé 2012 του οίκου Taittinger, με εντυπωσιακή φρεσκάδα και φινέτσα, γεγονός που αποκαλύπτει το πραγματικό κόστος πίσω από αυτές τις ετικέτες.
Το όμορφο παραμύθι της οικογένειας Roederer
Ένας ξεχωριστός οίκος είναι το Maison Louis Roederer, ένας από τους πέντε τελευταίους μεγάλους οίκους σαμπάνιας που παραμένουν οικογενειακές επιχειρήσεις. Η ιστορία του ξεκινά το 1833, όταν ο Louis Roederer κληρονομεί την Dubois et Fils και της δίνει το όνομά του.
Σε αντίθεση με τους περισσότερους négociants της εποχής, επένδυσε σε ιδιόκτητα αμπελοτόπια, αγοράζοντας το 1845 τα πρώτα του grands crus, πιστεύοντας βαθιά στη σημασία του εδάφους και της γνώσης του υπεδάφους. Μέχρι σήμερα, κάθε κρασί προέρχεται από συγκεκριμένα αμπελοτόπια, δείχνοντας τη συνέπεια και τη φιλοσοφία ποιότητας του οίκου.
Φτάνοντας στις εγκαταστάσεις τους, στις παρυφές της Reims, βρεθήκαμε εν μέσω τρύγου, με φορτηγά να μεταφέρουν σταφύλια από περισσότερα από 2.000 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων, αποκλειστικά grands crus και premiers crus. Μας υποδέχτηκε η Aida, ambassador επισκεπτών του Κτήματος, με εντυπωσιακή κατάρτιση. Η ξενάγηση κράτησε σχεδόν τρεις ώρες, που πέρασαν απρόσμενα γρήγορα.
Με το που περάσαμε την πόρτα της κεντρικής σάλας, βρεθήκαμε σε έναν μακρύ διάδρομο με τα πορτρέτα των ανθρώπων των επτά γενεών του οινοποιείου, γεγονός που δείχνει πόσο περήφανοι είναι για την οικογενειακή τους παράδοση και όλα αυτά που έχουν καταφέρει. Στο βάθος δεσπόζει η προτομή του τσάρου της Ρωσίας Αλεξάνδρου Β΄, για τον οποίο ο Louis Roederer υιός το 1876 πρωτοέφτιαξε την Cristal, μια σαμπάνια με διάφανο μπουκάλι για να φαίνεται το περιεχόμενο και με επίπεδο πάτο, καθώς ο τσάρος φοβόταν μήπως κάποιος τον δηλητηριάσει ή τοποθετήσει εκρηκτικά κάτω από τη φιάλη. Ήταν η αρχή της εποχής της δόξας για τον οίκο Roederer και οι άνθρωποι ακόμα και σήμερα τιμούν την ιστορία αυτή. Ωστόσο, ο δρόμος δεν ήταν πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα.
Η Ρωσική Επανάσταση, που έκλεισε τον δρόμο για την αγορά της Ρωσίας και την τσαρική Αυλή, και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έφεραν τον οίκο στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, μέχρι που τα ηνία ανέλαβε το 1932 η σύζυγος του εγγονού του Louis, η Camille Roederer, η οποία έμελλε να ανεβάσει και πάλι τον οίκο στον ουρανό. Με έντονη κοινωνική ζωή, δυναμική και εξωστρεφής, η μέχρι πρότινος ιδιοκτήτρια αλόγων ιπποδρόμου χρησιμοποίησε τις δημόσιες σχέσεις της για να ανεβάσει τις πωλήσεις της σαμπάνιας της εκ νέου, προωθώντας τα προϊόντα της σε κάθε κοινωνική εκδήλωση, ιπποδρομία και κοσμική συγκέντρωση. Δεν είναι τυχαίο πως στις ΗΠΑ έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και την αποκαλούσαν «βασίλισσα της σαμπάνιας». Το 1945 επανακυκλοφόρησε την Cristal, αυτή τη φορά σε όλο τον κόσμο, και πραγματοποίησε μεγάλο εμπορικό άνοιγμα στις ΗΠΑ, κάνοντάς την έτσι σύμβολο πολυτέλειας, φινέτσας και κύρους. Δεν είναι τυχαίο πως στην ξενάγησή μας την ανέφεραν ως «Σιδηρά Κυρία του κτήματος», μνημονεύοντας έτσι τις επιχειρηματικές της δεξιότητες. Σήμερα, το τιμόνι κρατάει ο δισεγγονός της, Frédéric Rouzaud.
Κατεβαίνοντας στα σκοτεινά κελάρια του οίκου, περπατήσαμε ανάμεσα σε πανύψηλες στοίβες από φιάλες που ωριμάζουν καρτερικά για χρόνια πριν δουν το φως του εμπορίου, ενώ περάσαμε ανάμεσα από τα pupitres πάνω στα οποία ωριμάζει η Cristal, της οποίας το remuage γίνεται ακόμα και σήμερα χειρωνακτικά από δύο συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι σημειώνουν με κιμωλία το μοτίβο και τις μοίρες περιστροφής των φιαλών. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση πως στη δεξαμενή με τις παλιές χρονιές –τμήμα των οποίων μπαίνει στο τελικό χαρμάνι που εμφιαλώνεται– υπάρχει κρασί από το 2010, το οποίο προσδίδει ιδιαίτερη γεύση και άρωμα, κάνοντας το στιλ της Louis Roederer μοναδικό. Πάνω από τα σκοτεινά και δαιδαλώδη κελάρια παλαίωσης η ανάσα μου κόπηκε για λίγα δευτερόλεπτα, όταν η Aida μάς πέρασε μέσα από μια τεράστια σάλα με αμέτρητες δεκάτονες δεξαμενές Stockinger, οι οποίες περιέχουν το αποθεματικό κρασιού του οίκου.

Η ΔΟΚΙΜΗ
Η επίσκεψη κορυφώθηκε στο πανέμορφο δωμάτιο γευσιγνωσίας, όπου οι τοίχοι είναι καθρέφτες, τα πτυελοδοχεία είναι μαρμάρινες λεκάνες και το τραπέζι είναι μια μεγάλη ξύλινη λουστραρισμένη ροτόντα. Από τη γευσιγνωσία ξεχώρισα:
Collection 245 — Συμβολίζει τον 245ο τρύγο που έχει κάνει το οινοποιείο. Η συγκεκριμένη σαμπάνια ωριμάζει για τρία χρόνια σε οινολάσπες και αποτελείται από 66% Chardonnay και 34% Pinot Noir. Ξηρή, ανθική, με έντονα αρώματα από γκρέιπφρουτ, μανταρίνι, ροδάκινο, ενώ σε δεύτερο πλάνο έρχονται τα αυτολυτικά αρώματα. Μέτριου όγκου, με κρεμώδη αφρισμό και σχεδόν μακρά επίγευση. Μόνο εισαγωγική δεν τη λες την, ουσιαστικά, ετικέτα του Κτήματος.
Blanc des Blancs 2017 — Μετά από πέντε χρόνια παραμονή σε οινολάσπες, παρουσιάζεται με έντονα αρώματα και γεύσεις από εσπεριδοειδή, πράσινο μήλο, ροδάκινο, με νότες μπαχαρικών και tonka. Αρώματα ζυμών και brioche σε δεύτερο χρόνο, έντονα ορυκτή με υφάλμυρη επίγευση, πολύ γεμάτη και ταυτόχρονα με αναζωογονητική οξύτητα. Ισορροπημένη και πανέτοιμη για κατανάλωση, αν και έχει μεγάλο δυναμικό παλαίωσης. Εξαιρετική.
Cristal 2016 — Χαρμάνι από 58% Pinot Noir και 42% Chardonnay. Μύτη από αγιόκλημα και γιασεμί, πράσινο μήλο, αποξηραμένες φλούδες λεμονιού, μανταρίνι, λευκόσαρκο ροδάκινο μαζί με νότες ιωδίου και αυτολυτικά αρώματα. Φινετσάτη και κομψότατη, αλλά παράλληλα με πολύ έντονο φρούτο, με κρεμώδη αφρισμό και υψηλή οξύτητα. Ισορροπημένη και με μακρά διάρκεια και επίγευση. Εξαιρετική. Λίγη σκόνη από την Αυλή των τσάρων στα ποτήρια μας.
Αν το Bordeaux και η Βουργουνδία αποτελούν τη «Μέκκα» του κρασιού, τότε μπορώ να πω με σιγουριά πως η Καμπανία αποτελεί ένα ισχυρό αντίπαλο δέος. Μπορεί η Καμπανία να είναι γνωστή για την πολυτέλεια και την οικονομική ευρωστία, αλλά οι άνθρωποι των Κτημάτων είναι ευγενικοί, με μεγάλη αγάπη και σεβασμό στο αντικείμενό τους, γνωρίζοντας πως πίσω από αυτό το λαμπερό πρόσωπο υπάρχει συσσωρευμένη σοφία εκατοντάδων ετών και η αλάθητη δύναμη ενός εκπληκτικού terroir.









