Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος του Grape Business στα Wines of Crete καταγράφουμε οινοποιεία στο Ηράκλειο, τα Χανιά και το Ρέθυμνο. Τριάντα οινοποιεία από την Κρήτη συμμετέχουν στα ΟιΝοτικά Αθήνας 2026, που διοργανώνονται την Τρίτη 3 Νοεμβρίου, από τις 12:00 έως τις 20:00, στην Αίγλη Ζαππείου. Η ετήσια έκθεση του Δικτύου Οινοποιών Κρήτης (Wines of Crete) φέρνει στην Αθήνα κρασιά από διαφορετικές περιοχές του νησιού, με έμφαση στις γηγενείς ποικιλίες και τις σύγχρονες οινοποιητικές προσεγγίσεις.
Οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν κρασιά από παραγωγούς της Κρήτης, να γνωρίσουν τις νέες εσοδείες και να συζητήσουν με τους οινοποιούς. Η έκθεση απευθύνεται τόσο σε επαγγελματίες του κρασιού, της εστίασης και του εμπορίου όσο και στο οινόφιλο κοινό.
Πεζά
Η μεγαλύτερη σε ανάπτυξη αμπελουργική ζώνη ΠΟΠ του Ηρακλείου εκτείνεται νοτιοανατολικά της πόλης, σε αμπελώνες με υψόμετρο άνω των 300 μέτρων. Η Βηλάνα για τα λευκά κρασιά και ο συνδυασμός Κοτσιφαλιού και Μαντηλαριάς για τα ερυθρά αποτελούν τη βάση της ονομασίας προέλευσης. Στην περιοχή δραστηριοποιούνται ιστορικά οινοποιεία και νεότερες επιχειρήσεις, με αυξανόμενο ενδιαφέρον για τις γηγενείς ποικιλίες.
Οινοποιείο Διγενάκης
Ο πατέρας του Λευτέρη Διγενάκη είχε την εμπορική διεύθυνση του Συνεταιρισμού της Σητείας και αυτό ήταν το βασικό βίωμα για να ξεκινήσει η επαγγελματική ενασχόληση με το κρασί, αρχικά με λίγους αμπελώνες, οι οποίοι μεγάλωσαν σταδιακά με αγορές, νέες φυτεύσεις και μισθώσεις. Σε αυτήν τη φάση, περίπου το 60% της παραγωγής προέρχεται από τους ιδιόκτητους αμπελώνες, έκτασης 70 στρεμμάτων, στην περιοχή των Πεζών και το υπόλοιπο από συνεργαζόμενους παραγωγούς.
Το αποτέλεσμα είναι 60.000 με 70.000 φιάλες ετησίως, με κύριες ποικιλίες το Βιδιανό και το Μοσχάτο Σπίνας. Εκτός από τα μονοποικιλιακά κρασιά υπάρχουν και τα blend, τα οποία αποτελούν περισσότερες από τις μισές από τις 16 ετικέτες που έχει στη λίστα του το οινοποιείο και τα σταφύλια τους προέρχονται από συνεργαζόμενους αμπελώνες. Όπως λέει ο Λευτέρης Διγενάκης, «Περίπου το 70% της παραγωγής βασίζεται σε κρητικές ποικιλίες».
Μια ιδιαιτερότητα του οινοποιείου είναι η σύνδεση του χώρου με καλλιτεχνικά δρώμενα, κάτι που φέρνει κοντά στο κρασί κυρίως κατοίκους της Κρήτης. Όπως λέει ο Λευτέρης Διγενάκης, «Η ανάμνηση ενός δρώμενου δυναμώνει και την ανάμνηση του κρασιού που δοκιμάζει ο επισκέπτης». Σύμφωνα με τον ίδιο, από το οινοποιείο περνούν 2.000 έως 3.000 άτομα, πέρα από τις παραστάσεις, και άλλα τόσα λόγω των καλλιτεχνικών δρώμενων.
Κτήμα Πατεριανάκη
Η ιστορία ξεκινά από τον προπάππου της οικογένειας, που ήταν αμπελουργός. Συνεχίζεται με τον Εμμανουήλ Πατεριανάκη, που υιοθετεί πρώτος στην Κρήτη τη βιολογική καλλιέργεια. Ακολουθεί ο Γιώργος Πατεριανάκης, που μεγαλώνει την ιδιοκτησία του κτήματος και συνεχίζει την οινοποιητική παράδοση, εγκαταλείποντας μάλιστα μια πετυχημένη καριέρα ως μηχανικός, και δημιουργεί το πρώτο οινοποιείο που παρήγαγε βιολογικό κρασί το 1996. Η ιστορία συνεχίζεται με τις δύο κόρες που συναντήσαμε στο οινοποιείο, τη Νίκη και την Εμμανουέλα.
Ο ιδιόκτητος αμπελώνας έχει έκταση 80 στρέμματα, αλλά υπάρχει δυνατότητα επέκτασης μέχρι και τα 200 στρέμματα. Η παραγωγή φτάνει στις 80.000 φιάλες, με μηδενική παραγωγή ασκού και βασικές ποικιλίες Κοτσιφάλι, Μανδηλάρι, Syrah και Merlot, Θραψαθήρι, Βιδιανό, Μοσχάτο Σπίνας, Sauvignon Blanc και Ασύρτικο. Συνολικά, η λίστα περιλαμβάνει 11 ετικέτες, μεταξύ των οποίων και ένα από τα λίγα ΠΟΠ Πεζά. Μεταξύ λευκών και κόκκινων υπάρχει μια ισορροπία 50 – 50, την οποία σπάνια πλέον συναντάμε σε οινοποιεία. Το εξωτερικό είναι βασικός στόχος του οινοποιείου, καθώς, όπως λέει η Νίκη Πατεριανάκη, «Το βιολογικό κρασί δεν έχει ακόμα την αξία που του ταιριάζει στην Ελλάδα».
Ήδη, οι εξαγωγές είναι στο 30% με 35% και ο στόχος είναι να αυξηθούν περαιτέρω.
Οινοποιείο Λυραράκης
Η ιστορία του Οινοποιείου Λυραράκη ξεκινά το 1966, όταν τα αδέλφια Λυραράκη ίδρυσαν το οινοποιείο στον τόπο καταγωγής τους, το χωριό Αλάγνι, με πίστη στις δυνατότητες της κρητικής αμπελουργίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η οικογένεια ξεκίνησε μια φιλόδοξη προσπάθεια αναβίωσης ξεχασμένων γηγενών ποικιλιών, αρχής γενομένης με το Πλυτό και το Δαφνί, με πρώτη εμφιάλωση το 1996, ενώ το 2010 ακολούθησε το Μελισσάκι.
Σήμερα, η δεύτερη γενιά συνεχίζει τη διάσωση και ανάδειξη των γηγενών ποικιλιών της Κρήτης, εξελίσσοντας παράλληλα τις καλλιεργητικές πρακτικές. Από το 2020, οι ιδιόκτητοι αμπελώνες καλλιεργούνται βιολογικά και έκτοτε ενσωματώνονται όλο και περισσότερο αρχές της αναγεννητικής γεωργίας, όπως η χρήση αποκλειστικά φυσικών σκευασμάτων για την αντιμετώπιση ασθενειών, η παραγωγή κομπόστ από οργανικά υπολείμματα, η αποφυγή ζιζανιοκτόνων και η καλλιέργεια χωρίς όργωμα.
Το οινοποιείο διαθέτει 120 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων και 730 στρέμματα συνεργαζόμενων αμπελώνων. Η ετήσια παραγωγή ανέρχεται σε περίπου 380.000 φιάλες, με ένα χαρτοφυλάκιο περίπου 25 ετικετών. Οι λευκές ποικιλίες περιλαμβάνουν το Δαφνί, το Πλυτό, το Μελισσάκι, τη Βηλάνα, το Βιδιανό, το Θραψαθήρι, το Μοσχάτο Σπίνας, το Ασύρτικο, τον Δερματά και τον Ταχτά, ενώ οι ερυθρές το Λιάτικο, το Κοτσιφάλι, το Μαντηλάρι και το Syrah. Το 60% της συνολικής παραγωγής εξάγεται.
«Οι ετικέτες μας είναι πολλές γιατί μας αρέσει να πειραματιζόμαστε», λέει ο Γιώργος Λυραράκης, αποδέχεται όμως ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να κατασταλάξουν σε κάποιες ποικιλίες που θα γίνουν ο κορμός της παραγωγής. Από τις ερυθρές είναι σχεδόν βέβαιος για το Λιάτικο, ενώ στις λευκές έχει το δίλημμα ανάμεσα στα πιο εμπορικά Βιδιανό και Μοσχάτο Σπίνας και στο ιδιαίτερο Δαφνί.
Το επισκέψιμο οινοποιείο λειτουργεί από το 2008 και δέχεται περίπου 15.000 επισκέψεις ετησίως, προσφέροντας και φαγητό, το οποίο, όπως μας λέει η Κατερίνα Λυραράκη, έχει συμβάλει σημαντικά τόσο στην αύξηση του αριθμού των επισκεπτών όσο και στο μέσο έσοδο ανά επισκέπτη.
Οινοποιείο Τιτάκη
Σε υποδομές που έχουν τα θεμέλιά τους πίσω στη δεκαετία του 1970, αλλά και επενδύσεις που έγιναν για την επέκτασή του στη συνέχεια, το οινοποιείο Τιτάκη βρίσκεται στα χέρια της ομώνυμης οικογένειας από το 1996. Ωστόσο, η οινοποιητική ιστορία της οικογένειας Τιτάκη ξεκινά το 1952, από το χωριό Καλλονή.
Οι αμπελώνες του οινοποιείου βρίσκονται στην περιοχή της Μεσαράς και έχουν έκταση 120 στρέμματα, αλλά η παραγωγή βασίζεται και σε σταφύλια που αγοράζονται από περισσότερους από 100 παραγωγούς στην περιοχή των Πεζών, αλλά και από άλλες περιοχές του Ηρακλείου. Το αποτέλεσμα είναι 300.000 γυάλινες φιάλες, 120.000 φιάλες PET και 80.000 τεμάχια σε ασκό. Όπως λέει η Μαρία Τιτάκη, «Από την αρχή είχαμε επώνυμο ασκό και PET με ξεχωριστό μηχάνημα εμφιάλωσης για PET. Η ερχόμενη γενιά δεν αποκλείεται να στραφεί περισσότερο στη φιάλη, αλλά αυτό θα πρέπει να γίνει παράλληλα με την αύξηση της ζήτησης εμφιαλωμένου κρασιού στην Κρήτη. Επίσης, δεν θα θέλαμε να πάμε σε οινοποιήσεις με επωνυμία τρίτων.»
Είναι αξιοσημείωτο ότι ένα μεγάλο κομμάτι της παραγωγής των κρασιών που αφορούν σε ασκό ή PET, συνεχίζει να γίνεται στις τσιμεντένιες δεξαμενές γιατί, όπως λέει η Μαρία Τιτάκη «Η διαπερατότητα του τσιμέντου σε οξυγόνο βοηθάει τα φρέσκα κρασιά.» Μέχρι και το 70% της παραγωγής είναι λευκά κρασιά από τις ποικιλίες Βιδιανό, Μοσχάτο Σπίνας, Μαλβαζία, Ασύρτικο και Βηλάνα, ενώ τα κόκκινα και ροζέ είναι από Κοτσιφάλι και τις διεθνείς ποικιλίες Merlot, Syrah και Grenache, κάποιες εκ των οποίων είναι αμπέλια από τη δεκαετία του 90. Συνολικά, η λίστα του οινοποιείου περιλαμβάνει 40 ετικέτες, περιλαμβανομένων και των ετικετών του οινοποιείου Μηλιαράκη που αγοράστηκε πριν από δύο χρόνια.
Περίπου το 20% της παραγωγής βγαίνει εκτός της Κρήτης και ένα μικρό μόνο κομμάτι σε εξαγωγές. Σχεδόν το 80% των πωλήσεων στην Κρήτη αφορά στην HORECA. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2025, το οινοποιείο υποδέχτηκε περίπου 10.000 επισκέπτες και όπως λέει η Μαρία Τιτάκη «Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε ότι ένα σημαντικό ποσοστό δεν έρχεται τυχαία, αλλά έχει προγραμματίσει την επίσκεψή του και ζητά να δοκιμάσει κρητικές ποικιλίες.»
Αρχάνες
Στους πρόποδες του Γιούχτα βρίσκεται μία από τις ιστορικές αμπελουργικές περιοχές της Κρήτης. Η ζώνη ΠΟΠ Αρχάνες αφορά τα ερυθρά κρασιά από Κοτσιφάλι και Μαντηλαριά. Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την ανανέωση των αμπελώνων, οι παραγωγοί δοκιμάζουν και άλλες ποικιλίες, όπως το Βιδιανό, το Ασύρτικο και το Μοσχάτο Σπίνας. Η περιοχή συνδυάζει παλαιότερες οινοποιητικές εγκαταστάσεις με νέες επενδύσεις.
Κτήμα Σκαλαρέα
Το Κτήμα πέρασε στα χέρια των αδελφών Μπουτάρη στις αρχές του 1990 και τότε ξεκίνησε η συντήρηση και η βελτίωση του αμπελώνα μέσα στη ζώνη ΠΟΠ Αρχάνες, η οποία ήταν ακμάζουσα με το Συνεταιρισμό Αρχανών στα καλύτερά του. Συνολικά, η έκταση του κτήματος είναι 70 στρέμματα, στα οποία ξεκίνησαν πειραματισμοί και μικροοινοποιήσεις και έτσι φτάνουμε μέχρι το 2016, όπου είχε γίνει η επιλογή των ποικιλιών. Πλέον το 20% είναι Ασύρτικο, 10% Βιδιανό, και 10% Μαλβάζια Di Candia και Μοσχάτο Σπίνας σε λευκά. Και στα κόκκινα 25% Κοτσιφάλι, 15% Syrah και 5% Μαυροτράγανο, οπότε βλέπουμε ότι απουσιάζει το Μανδηλάρι. Τόσο για το Ασύρτικο όσο και για το Μαυροτράγανο, τα κλήματα και τα μπόλια έχουν έρθει από Σαντορίνη.
Όπως λέει ο Αριστοτέλης Ψυρρόπουλος, οινολόγος του Κτήματος Σκαλαρέα, «Πιστεύω ότι το ατού των ελληνικών ποικιλιών είναι η δυνατότητά τους να δοκιμαστούν σε διαφορετικές οινικές περιοχές, ανεξάρτητα αν κάποιες από αυτές μπορούν να δώσουν καλύτερα αποτελέσματα σε κάποια περιοχή.»
Η παραγωγή πέρσι έφτασε τις 20.000 φιάλες ετησίως, αλλά τα μεγέθη θα αυξηθούν αρκετά στο μέλλον, καθώς τα αμπέλια που φυτεύονται έχουν αρχίσει να αποδίδουν. Το 2026, ο στόχος είναι οι 50.000 φιάλες. Η συμβολαιακή γεωργία συμμετέχει στην παραγωγή με 30%, κυρίως με Ασύρτικο και Βιδιανό. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα κομμάτι της παραγωγής του 2025, διατέθηκε ως χύμα κρασί σε συνεργαζόμενα οινοποιεία. Η λίστα του οινοποιείου περιλαμβάνει 6 ετικέτες, προσανατολισμένες κυρίως στα λευκά κρασιά και σύντομα αναμένεται μια μονοποικιλιακή λευκή ετικέτα, με στόχο οι μονοποικιλιακές ετικέτες να είναι περισσότερες στο μέλλον. Επίσης, υπάρχει και η σκέψη για ένα entry level προϊόν που θα έχει κυρίως στόχο τη HORECA.
Το μεγαλύτερο ποσοστό της παραγωγής καταναλώνεται στην κρητική αγορά, αλλά προφανώς μέσω του ομίλου Ελληνικά Οινοποιεία, στον οποίο πλέον ανήκει το Κτήμα Σκαλαρέα, στους ερχόμενους στόχους είναι η διάθεση των προϊόντων, αρχικά στην υπόλοιπη Ελλάδα και στη συνέχεια στο εξωτερικό.
Όσον αφορά τον οινοτουρισμό, γίνονται ήδη επενδύσεις σε νέες κατοικίες εντός του Κτήματος, αλλά χωρίς να είναι στόχος μια μαζική ανάπτυξη.
Οινοποιείο Mοinoterra
Με αμπέλια για οικιακή οινοποίηση ξεκινάει το ταξίδι του οινοποιείου. Ο Νίκος Σταθόγλου, με σπουδές στα οικονομικά γνώρισε τον κόσμο του κρασιού στη διάρκεια των σπουδών του στην Αγγλία και μετά από μια πορεία στον ιδιωτικό τομέα, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αποφάσισε να δημιουργήσει το οινοποιείο το 2021.
Όπως λέει ο ίδιος «Ως νέο οινοποιείο μπορούσαμε να ορίσουμε τους στόχους μας, χωρίς να χρειαστεί να διαχειριστούμε την προγονική μας ιστορία. Έτσι, εξαρχής, επέλεξα μόνο κρητικές ποικιλίες.» Αγαπημένη ποικιλία η Βηλάνα, η οποία πρόσφατα βαθμολογήθηκε με 92 από τον Robert Parker. Επιπλέον, καλλιεργούνται οι ποικιλίες Μοσχάτο Σπίνας, Κοτσιφάλι και Μανδηλάρι και Ασύρτικο. Όπως λέει ο Νίκος Σταθόγλου, «Ήταν πολύ σημαντικό να κάνουμε ένα ΠΟΠ Αρχάνες, γιατί μετά το κλείσιμο του Συνεταιρισμού το 2021, η παραγωγή μηδενίστηκε και πρέπει να την αναβιώσουμε.»
Συνολικά, η παραγωγή βασίζεται σε 10 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων και άλλα 50 στρέμματα από συνεργαζόμενους αμπελουργούς, τα οποία δίνουν ετησίως 50.000 φιάλες, 80% λευκά και ροζέ και 20% κόκκινα. Ωστόσο, με τις επενδύσεις που έχουν γίνει, η δυναμικότητα του οινοποιείου μπορεί να φτάσει μέχρι και 100.000 φιάλες ετησίως. Από το σύνολο της παραγωγής, το μεγαλύτερο ποσοστό διατίθεται στην αγορά της Κρήτης και ένα 30% ταξιδεύει εκτός Ελλάδας.
Για το μέλλον, ο Νίκος Σταθόγλου κοιτάει προς το Θραψαθήρι, όσον αφορά νέα προϊόντα, αλλά κυρίως προς τον οινοτουρισμό για να βελτιώσει τα έσοδα του οινοποιείου. Όπως λέει «Ο οινοτουρισμός είναι βασική προτεραιότητα, με στόχο να πωλείται το 50% της παραγωγής μέσα από το οινοποιείο.» Οι Αρχάνες έχουν ήδη φτάσει τις 300 κλίνες και ένα από τα δυνατά τους χαρτιά είναι το Βαθύπετρο, όόπου γινόταν οινοποίηση πριν από χιλιετίες.
Κτήμα Μενεξές
Το 2009 ξεκίνησε η λειτουργία του οινοποιείου, με αμπελώνες που ξεκίνησαν από τον προπάππου, αλλά δεν αξιοποιήθηκαν στο ενδιάμεσο, οπότε χρειάστηκε αρκετή εργασία για να ξανανιώσουν. Συνολικά το κτήμα που περιλαμβάνει τον αμπελώνα έχει έκταση κοντά στα 2.000 στρέμματα με το μεγαλύτερο μέρος αυτού να είναι ελαιώνας. Από τα 500 σχεδόν στρέμματα αμπελώνων πλέον το Κτήμα Μενεξές έχει κοντά στα 70 στρέμματα αμπελώνων με διάθεση για νέες φυτεύσεις τα ερχόμενα χρόνια.
Οι ποικιλίες Βηλάνα, Βιδιανό, Κοτσιφάλι, Μαντηλάρι, Μαλβαζία di Candia Aromatica και οι διεθνείς Merlot και Syrah δίνουν μια παραγωγή 40.000 φιαλών ετησίως, με το σύνολο των σταφυλιών να προέρχεται από τον ιδιόκτητο αμπελώνα. Συνολικά, η λίστα αποτελείται από 9 ετικέτες, με τα κόκκινα να έχουν τον πρώτο λόγο, ποσοστό 60%. Από το φετινό τρύγο αναμένεται να προκύψει μια νέα ετικέτα, η οποία θα βασίζεται σε Βιδιανό που θα περάσει από βαρέλι.
Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής καταναλώνεται στην Κρήτη και ένα 10% ταξιδεύει εκτός Ελλάδας, ενώ από το 2025, υπάρχει και μια συνεργασία που έχει αναλάβει τη διανομή κυρίως σε HORECA στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στις μελλοντικές επενδύσεις είναι η δημιουργία ενός οινοποιείου εντός του κτήματος, το οποίο σύντομα θα είναι επισκέψιμο, βάζοντας τα θεμέλια για μεγαλύτερη συμμετοχή του οινοτουρισμού στα έσοδα του οινοποιείου.
Δαφνές
Δυτικά του Ηρακλείου, στις ανατολικές υπώρειες του Ψηλορείτη, απλώνεται η αμπελουργική ζώνη των Δαφνών. Η ιστορία της είναι συνδεδεμένη με το Λιάτικο, την ερυθρή ποικιλία από την οποία παράγονται τα ξηρά και γλυκά κρασιά ΠΟΠ Δαφνές. Η περιοχή συμμετέχει στην αναβίωση της κρητικής αμπελουργίας, με νέες οινοποιήσεις και προσπάθειες ανάδειξης του δυναμικού της ποικιλ
Ιδαία Οινοποιητική
Ο Βασίλης Λαδέρης και η Καλλιόπη Βολιτάκη, οινολόγοι και οι δύο, καταστάλαξαν στην Κρήτη, λίγο πριν τη νέα χιλιετία και εκεί ξεκίνησαν το οινοποιείο τους το 2000. Για την παραγωγή χρησιμοποιούν την πρώτη ύλη από 20 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων και επιπλέον 120 στρέμματα συνεργαζόμενων αμπελουργών, τα οποία δίνουν ετησίως περίπου 150.000 φιάλες.
Το εξαγωγικό κομμάτι είναι περίπου 30.000 φιάλες ετησίως σε 14 χώρες, ενώ όπως λέει ο Βασίλης Λαδέρης, «Στο παρελθόν ήταν μεγαλύτερο, αλλά η ζήτηση στην ελληνική αγορά έχει αλλάξει τις αναλογίες.» Η Βρετανία είναι μια ενδιαφέρουσα αγορά για το οινοποιείο καθώς προς εκεί κινείται ένα μεγάλο ποσοστό των εξαγωγών λευκών κρασιών από ποικιλίες Βιδιανό και Θραψαθήρι.
Ο Βαγγέλης Λαδέρης έχει ζήσει όλη την πορεία ανάπτυξης του κρητικού αμπελώνα, ακόμα και πριν το ξεκίνημα του οινοποιείου του και παρατηρεί ότι έχει βελτιωθεί σημαντικά η αμπελουργία και κατ’ επέκταση η ποιότητα της πρώτης ύλης. Το πρόβλημα είναι ότι οι αυξήσεις των τιμών και η βελτίωση της ποιότητας δεν έχουν περάσει ακόμα στην τιμή της φιάλης, οπότε σε αυτό τον τομέα χρειάζεται ακόμα πολύ δουλειά. Όπως λέει ο Βασίλης Λαδέρης, «Έχουμε αξιόλογες ποικιλίες στην Κρήτη, το Λιάτικο για παράδειγμα είναι μια από τις λίγες κόκκινες ποικιλίες παγκοσμίως που έχουν τη δυνατότητα να δώσουν σε ένα κρασί μεγάλη διάρκεια ζωής.»
Η δεύτερη γενιά έχει αρχίσει ήδη να εμπλέκεται στη λειτουργία του οινοποιείου, αλλά με έναν προβληματισμό στο πίσω μέρος της σκέψης, ο οποίος αφορά τη βιωσιμότητα των μικρών οινοποιείων στο πλαίσιο των αλλαγών που συμβαίνουν στην παγκόσμια και την ελληνική αγορά του κρασιού.
Υπόλοιπες περιοχές Ηρακλείου
Πέρα από τις τρεις ιστορικές ζώνες ΠΟΠ, η αμπελουργία του Ηρακλείου εκτείνεται σε διαφορετικές περιοχές, με ποικιλία υψομέτρων, εδαφών και παραγωγικών μοντέλων. Εδώ συναντάμε οικογενειακά οινοποιεία, μεγαλύτερες επιχειρήσεις και επενδύσεις με σημαντική παραγωγική δυναμικότητα. Το ενδιαφέρον στρέφεται τόσο στις κρητικές ποικιλίες όσο και στην ανάπτυξη της εμφιάλωσης και των εξαγωγών.
Οινοποιείο Αγγελάκης
Το οινοποιείο ήταν πρώην σταύλος στο Θραψανό και ανήκε σε έναν από τους παππούδες της οικογένειας. Αρχικά, ανασκευάστηκε σε χώρο απόσταξης και στη συνέχεια ξεκίνησε ερασιτεχνικά την οινοποίηση με χύμα κρασί. Η οικογένεια είχε ιδιόκτητους αμπελώνες, οι οποίοι πλέον έχουν φτάσει σε έκταση τα 30 στρέμματα και γνώσεις αμπελοκαλλιέργειας και έτσι η οινοποίηση ήταν μια πρόταση θελκτική για την Ευαγγελία και τον Τάσο, οι οποίοι μέχρι τότε εργάζονταν σε τουριστικές επιχειρήσεις.
Ενώ αρχικά, τα προϊόντα ήταν κυρίως blends ξένων ποικιλιών, πλέον οι ιδιοκτήτες έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους στις κρητικές ποικιλίες και σε μονοποικιλιακά κρασιά. Μια εξ αυτών ήταν το Μοσχάτο Σπίνας σε ιδιόκτητο αμπελώνα και το Θραψαθήρι από συνεργαζόμενο αμπελουργό. Περίπου το 50% του εμφιαλωμένου κρασιού εξάγεται και όπως λέει η Ευαγγελία Αγγελάκη «Θα θέλαμε το ποσοστό αυτό να μεγαλώσει, ειδικά για τις ετικέτες που οινοποιούμε σε πιθάρια.»
Η ετήσια παραγωγή είναι περίπου 25.000 φιάλες, μοιρασμένες σε 9 ετικέτες και 60 έως 80 τόνοι σε ασκό και λίγο PET από σταφύλια συνεργαζόμενων παραγωγών. «Θέλουμε να αλλάξει αυτό προς όφελος του εμφιαλωμένου, αλλά σε αυτήν τη φάση, η αγορά της Κρήτης κάνει δύσκολο το εγχείρημα», λέει ο Τάσος Αγγελάκης. Στο μέλλον Θραψαθήρι, Βιδιανό και Κοτσιφάλι θα αποτελούν βασικούς πυλώνες της παραγωγής και στα σχέδια είναι η δημιουργία ενός αμπελώνα με Λιάτικο. Αλλαγή αναμένεται και στην αναλογία πρώτης ύλης από ιδιόκτητους αμπελώνες, καθώς οι συνεργαζόμενοι αμπελουργοί μεγαλώνουν σε ηλικία και οι νεαροί δεν συνεχίζουν την καλλιέργεια.
Κτήμα Μιχαλάκη
Το Κτήμα Μιχαλάκη εκτείνεται σε μια ενιαία ιδιόκτητη ημιορεινή έκταση 450 στρεμμάτων. Σήμερα συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ελληνικών οινοποιητικών επιχειρήσεων σε όγκο πωλήσεων στο οργανωμένο ελληνικό λιανεμπόριο, καταλαμβάνοντας την 5η θέση πανελλαδικά, βάσει των πλέον πρόσφατων στοιχείων της Nielsen για το εννεάμηνο του 2026.
Η αναπτυξιακή πορεία του Κτήματος αποτυπώνεται και στα οικονομικά του μεγέθη. Το 2025 ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 5,36 εκατ. ευρώ, ενώ τα EBITDA ανήλθαν σε 910 χιλιάδες ευρώ. Η παραγωγική υποδομή του Κτήματος Μιχαλακη περιλαμβάνει σύγχρονες εγκαταστάσεις με συνολική δυναμικότητα αποθήκευσης 6.000 τόνων ανοξείδωτες, ψυχόμενες και στεγασμένες δεξαμενές, δύο γραμμές εμφιάλωσης υψηλής παραγωγικότητας, δυναμικότητας 6.000 και 2.500 φιαλών ανά ώρα, καθώς και σύγχρονο χημικό εργαστήριο, εξασφαλίζοντας έλεγχο ποιότητας σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, από το αμπέλι έως τη φιάλη. Η πιστοποίηση IFS δίνει στο Κτήμα Μιχαλάκη βαθμολογία 98,71%, μία από τις υψηλότερες στον κλάδο.
Η βιωσιμότητα αποτελεί στρατηγική επιλογή του Κτήματος. Η φωτοβολταϊκή εγκατάσταση (400KW) σε οινοποιητική μονάδα της Κρήτης, σε συνδυασμό με σύστημα αποθήκευσης ενέργειας και ολοκληρωμένη διαχείριση υδάτινων πόρων, συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της επιχείρησης.
Οινοποιείο Φραγκόσπιτο
Το όνομα του οινοποιείου, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2004, ήταν αρχικά Γαβαλάς, αλλά άλλαξε πριν 4 χρόνια γιατί υπήρχε μια σύγχυση με το ομώνυμο οινοποιείο στη Σαντορίνη. Πλέον στο οινοποιείο έχει ξεκινήσει η νέα γενιά, με τη Χριστίνα και την Άννα- Μαρία να έχουν κυρίως ρόλο στις πωλήσεις και το marketing.
Η παραγωγή βασίζεται σε 300 στρέμματα ιδιόκτητα βιολογικής καλλιέργειας που καταλήγουν όλα σε οινοποίηση, με το 70% του οίνου να παραμένει στο οινοποιείο για εμφιάλωση και το υπόλοιπο προϊόν να πωλείται στην αγορά. Ανάλογα με τη χρονιά, αυτό συνεπάγεται από 150.000 έως 200.000 φιάλες, οι οποίες χωρίζονται σε 11 ετικέτες, κυρίως μονοποικιλιακά με τα λευκά και ροζέ κρασιά να έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό στη λίστα, ενώ στο παρελθόν το μεγαλύτερο μερίδιο είχαν τα κόκκινα.
Η νέα γενιά θα ήθελε έναν μικρό περιορισμό της λίστας, αλλά ο Νίκος Γαβαλάς έχει ακόμα στη σκέψη του κάποια νέα προϊόντα με βάση το Λιάτικο και το Ασύρτικο. Για την κάλυψη της ζήτησης του δεύτερου έχουν γίνει φυτεύσεις σε 20 στρέμματα, χωρίς όμως μεγάλες αλλαγές στο σύνολο της καλλιεργήσιμης έκτασης, καθώς γίνονται κυρίως αναδιαρθρώσεις σε βάρος της ποικιλίας Μαντηλάρι, η οποία πριν από 100 χρόνια, ήταν η μόνη στην περιοχή.
Στην κορυφή των προτιμήσεων του Νίκου Γαβαλά είναι η Βηλάνα και Μαντηλάρι, με το 40% της πρώτης να γίνεται εξαγωγή στις ΗΠΑ. Όπως λέει ο ίδιος «Παρότι υπήρχε μια διακύμανση λόγω της φορολογίας, πλέον οι πωλήσεις έχουν επιστρέψει στα παλιά επίπεδα.» Περίπου το 15% της συνολικής παραγωγής φεύγει εκτός Ελλάδας σε σύνολο είναι εξωτερικό. Στις βλέψεις της οικογένειας είναι η αύξηση των εσόδων από τον οινοτουρισμό.
Χανιά
Στη δυτική Κρήτη, οι αμπελώνες των Χανίων απλώνονται από τις χαμηλότερες πλαγιές μέχρι τις ορεινές περιοχές. Το Ρωμέικο έχει παραδοσιακά ισχυρή παρουσία, ενώ τα τελευταία χρόνια κερδίζουν έδαφος το Βιδιανό, το Μοσχάτο Σπίνας και άλλες ελληνικές ποικιλίες. Η βιολογική καλλιέργεια, οι νέες φυτεύσεις και ο οινοτουρισμός χαρακτηρίζουν την εξέλιξη αρκετών οινοποιείων της περιοχής.
Οινοποιείο Μανουσάκης
Το οινοποιείο ξεκίνησε από τη νοσταλγία του πατέρα της Αλεξάνδρας Μανουσάκη, ο οποίος έφυγε στην Αμερική για να εργαστεί, ακολουθώντας τα βήματα του δικού του πατέρα, Θόδωρου Μανουσάκη. Ο πρώτος χώρος του οινοποιείου ήταν ένα οίκημα που έχτισε μία από τις προγιαγιάδες της οικογένειας το 1870. Η καλλιέργεια των κτημάτων με αμπέλια ξεκίνησε από τον ίδιο με τη βοήθεια συμβούλων από το εξωτερικό, οι οποίοι πρότειναν τις ποικιλίες Syrah, Grenache, Mourvedre και Roussanne.
Πλέον, υπάρχει μια στροφή σε κρητικές ποικιλίες ανέκαθεν με βιολογική καλλιέργεια. Τα καλλιεργήσιμα εδάφη είναι 130 ιδιόκτητα στρέμματα στο Βατόλακκο, 90 στρέμματα στο Ακρωτήρι που ανήκουν στη μονή της περιοχής και πολύ μικρή έκταση μισθωμένη. Το σύνολο δίνει από 100.000 έως 120.000 φιάλες με την προσθήκη των ποικιλιών Ρωμέϊκο, Βιδιανό, Μοσχάτο Σπίνας, Ασύρτικο και συνολικά 14 ετικέτες.
Όπως λέει ο Afshin, σύζυγος της Αλεξάνδρας και υπεύθυνος για την παραγωγή «Υπάρχουν επιπλέον 200 στρέμματα που θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν, αλλά δεν είναι σε άμεση προτεραιότητα, καθώς η καλλιέργεια βασίζεται στην πρακτική του «regenerative farming» και το φυσικό περιβάλλον παίζει σημαντικό ρόλο.» Όπως λέει ο ίδιος το οινοποιείο είναι από τα 5 στην Ελλάδα που είναι πιστοποιημένα ως «regenerative farming».
Ο οινοτουρισμός είναι βασικός τομέας για τα έσοδα του οινοποιείου, συνδυάζοντας το wine tasting με φαγητό. Ετησίως, οι επισκέπτες ξεπερνούν τους 60.000 και ο αριθμός είναι σταθερά αυξητικός.
Οινοποιείο Ντουράκη
Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στη Γερμανία ως χημικός οινολόγος και αφού απέκτησε εμπειρία εργαζόμενος στη Γερμανία και στην Ελλάδα, ο Ανδρέας Ντουράκης επέστρεψε στην Ελλάδα και ξεκίνησε την κατασκευή του οινοποιείου το 1992. Πλέον το οινοποιείο βρίσκεται κυρίως στα χέρια του Αντώνη και της Ευης Ντουράκη και η παραγωγή του έχει διαμορφωθεί στις 250.000 φιάλες ετησίως, εκ των οποίων το 60% είναι λευκά κρασιά, το 30% είναι ροζέ και κόκκινα και το 10% είναι ημίξηρα και ημίγλυκα.
Η παραγωγή βασίζεται σε περίπου 60 στρέμματα ιδιόκτητα βιολογικής καλλιέργειας, αλλά η μεγαλύτερη ποσότητα προέρχεται από συνεργαζόμενους παραγωγούς σχεδόν από όλο το νησί. Οι κρητικές ποικιλίες που οινοποιούνται είναι η Βηλάνα, το Βιδιανό, η Μαλβάζια di Candia και το Μοσχάτο Σπίνας, ενώ στις ερυθρές είναι το Κοτσιφάλι, το Μαντηλάρι, το Ρωμεϊκο και το Λιάτικο. Τα τελευταία χρόνια γίνονται και κάποιες οινοποιήσεις σε Ασύρτικο γιατί υπάρχει αυξημένη ζήτηση.
Το αποτέλεσμα είναι 20 διαφορετικές ετικέτες, οι οποίες είναι πιθανότερο να μειωθούν στο μέλλον. Εδώ και δύο χρόνια, το οινοποιείο πειραματίζεται με πιθάρια σε 3 λευκές ποικιλίες και μια κόκκινη και το πείραμα είναι πιθανό να καταλήξει σε νέες ετικέτες, ενώ ήδη οι ξύλινες δεξαμενές που μπήκαν στην παραγωγή πριν από 5 χρόνια, έχουν δώσει προϊόντα για τη λίστα του οινοποιείου.
Σημαντική είναι η συνεισφορά του οινοτουρισμού στα έσοδα του οινοποιείου. «Είμαστε το πρώτο οινοποιείο που έγινε επισκέψιμο στην Κρήτη και πλέον υποδεχόμαστε πάνω από 40.000 άτομα κάθε σεζόν, προσφέροντας σχεδόν το 40% του συνολικού τζίρου», λέει η Εύη Ντουράκη.
Ρέθυμνο
Στο Ρέθυμνο, η αμπελουργία αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό σε ορεινές και ημιορεινές εκτάσεις, με αρκετούς μικρούς και διάσπαρτους αμπελώνες. Το Λιάτικο διατηρεί σημαντική θέση, ενώ οι παραγωγοί καλλιεργούν επίσης Βιδιανό, Βηλάνα, Μοσχάτο Σπίνας και άλλες κρητικές ποικιλίες. Οι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και η αξιοποίηση παλαιών αμπελώνων αποτελούν χαρακτηριστικά της τοπικής παραγωγής.
Οινοποιείο Κλάδος
Η ιστορία του Οινοποιείου Κλάδος ξεκινά το 1997, με πρωτοβουλία του Εμμανουήλ Κλάδου, χημικού και οινολόγου από το 1979. Με αφετηρία έναν μικρό χώρο στον Δήμο Ρεθύμνου και ετήσια παραγωγή περίπου 20.000 λίτρων, η οικογενειακή επιχείρηση εξελίχθηκε σταδιακά, με οδηγό την τεχνογνωσία και την αγάπη για το κρασί. Το 1999 πραγματοποιήθηκε η πρώτη εμφιάλωση Βιδιανού, στο οποίο και εστιάζει, από σταφύλια μικρού αμπελώνα στο δυτικό Ρέθυμνο. Το 2007, το οινοποιείο μεταφέρθηκε στη Σκεπαστή Ρεθύμνου, σε σύγχρονες εγκαταστάσεις 800 τ.μ., με σημαντική αναβάθμιση του εξοπλισμού παραγωγής και εμφιάλωσης. Το 2012 εγκαταστάθηκε φωτοβολταϊκό σύστημα, ενισχύοντας την ενεργειακή του αυτονομία, ενώ το 2014 τη σκυτάλη ανέλαβε ο Στέλιος Κλάδος, εκπρόσωπος της δεύτερης γενιάς.
Πλέον, το Οινοποιείο Κλάδος έχει ετήσια παραγωγή περίπου 120.000 φιαλών, η οποία προέρχεται από 150 στρέμματα αμπελώνων και εκφράζεται σε 9 ετικέτες, με εξαγωγική παρουσία σε δέκα χώρες. Στο επίκεντρο της οινοποίησης βρίσκονται οι γηγενείς ποικιλίες Βιδιανό, Μοσχάτο Σπίνας, Κοτσιφάλι και Λιάτικο, πλαισιωμένες από το Ασύρτικο, το Sauvignon Blanc και το Cabernet Sauvignon.
Το 2027, το οινοποιείο συμπληρώνει 30 χρόνια δημιουργικής πορείας και το γιορτάζει, μεταξύ άλλων, με την κυκλοφορία μιας νέας ετικέτας σε περιορισμένο αριθμό φιαλών, αφιερωμένης σε μια ξεχασμένη λευκή ποικιλία του Ρεθύμνου, τον Δερματά.
Από το 2015, το οινοποιείο έχει ανοίξει τις πόρτες του στους επισκέπτες, εντάσσοντας την οινοτουριστική εμπειρία στον πυρήνα της δραστηριότητάς του. Σήμερα, υποδέχεται περίπου 10.000 επισκέπτες ετησίως.
Οινοποιείο Κουρκουλού
Μόλις 12 στρέμματα αμπελώνων που είχε φυτέψει ο Στρατής Κουρκουλός, ήταν το θεμέλιο για τη δημιουργία του οινοποιείου. Οι δύο γονείς έδωσαν τη σκυτάλη στα παιδιά, την Ξένια, τον Παύλο και τη Ζαχαρένια, τα οποία την αποδέχτηκαν με ευχαρίστηση και έτσι έγινε μια σημαντική επένδυση στη δημιουργία του οινοποιείου που ξεκίνησε το 2017 με πρώτη ύλη από τα ιδιόκτητα στρέμματα που καλλιεργούνται βιολογικά.
Πλέον έχουμε 40 στρέμματα και επιπλέον αγοράζουμε σταφύλι, κυρίως από 2 συνεργάτες στα χωριά του Αμαρίου. Εμφιαλώνουμε ετησίως περίπου 20.000 φιάλες. Τα αμπελοτόπια είναι διάσπαρτα (έχουμε περίπου 11 μικρά τεμάχια) και το 40% καταλαμβάνει το Λιάτικο, ακολουθεί η Βηλάνα σε ποσοστό 25%, το Βιδιανό καλύπτει το 20% της καλλιέργειας και τέλος, το Μοσχάτο Σπίνας συμπληρώνει το υπόλοιπο 15%. Συνολικά, η λίστα περιλαμβάνει 7 ετικέτες κρασιού, οι οποίες διατίθενται κυρίως στην αγορά της Κρήτης. Η πιο πρόσφατη είναι η μονοποικιλιακή Βηλάνα, η οποία παρουσιάστηκε στην αγορά το 2026.
Όσον αφορά νέες επενδύσεις, το οινοποιείο δεν έχει σε αυτήν τη φάση ανάγκες εξοπλισμού, υπάρχουν όμως σχέδια για ένα μεγάλο rebranding, το οποίο θα συμπέσει με τα 10 χρόνια τρύγων, άρα αναμένεται μέσα στο 2027.
Διαρκείς επενδύσεις γίνονται και στον τομέα του οινοτουρισμού. Από το οινοποιείο απορροφούνται ετησίως περίπου 3.000 με 3.500 φιάλες, οι οποίες αντιστοιχούν σε έναν όγκο 2.000 έως 2.500 επισκεπτών, ανάλογα με την κίνηση της κάθε σεζόν.
Οινοποιείο Ζουμπεράκη
Η ιστορία του οινοποιείου ξεκινάει το 1996, από τον Πέτρο και συνεχίζεται με τους δύο γιούς και την κόρη του, τον Νίκο, τον Κυριάκο και την Μαρία. Οι πρώτοι αμπελώνες είχαν έκταση 30 στρέμματα με βιολογική καλλιέργεια. Οι πρώτες πωλήσεις κρασιού ξεκινούν μετά το 2000 και από το 2006 και μετά ξεκινά η πώληση εμφιαλωμένου κρασιού. Πλέον, οι ιδιόκτητοι αμπελώνες έχουν φτάσει τα 80 στρέμματα μεταξύ των οποίων και 25 στρέμματα ενιαίος αμπελώνας σε υψόμετρο 800 μέτρων, ο οποίος είναι μοναδικός στο Ρέθυμνο.
Η πρώτη ύλη από τους ιδιόκτητους και συνεργαζόμενους αμπελώνες δίνει 45.000 φιάλες και επιπλέον κρασί που διατίθεται σε ασκό, αλλά και κάποιες ετικέτες για τρίτους. Στην περιοχή στο παρελθόν το Λιάτικο ήταν σχεδόν η μοναδική ποικιλία με κλήματα που έφταναν σε ηλικία μέχρι και τα 100 χρόνια. Στην πορεία, έγιναν νέες φυτεύσεις σε κρητικές ποικιλίες, όπως το Βιδιανό, το Θραψαθήρι και το Μοσχάτο Σπίνας και Κοτσιφάλι στα κόκκινα. Πλέον, το σύνολο της λίστας είναι 10 ετικέτες σε δύο σειρές κρασιών.
Από αυτήν την ποσότητα το 15% των κρασιών φεύγει στο εξωτερικό με τη Γαλλία να έχει τη μερίδα του λέοντος, καθώς απορροφά το 70% των κρασιών ήπιας παρέμβασης. Οι υπόλοιπες εξαγωγές είναι κυρίως σε Αγγλία και Βέλγιο. Επίσης, ένα 15% φεύγει στην υπόλοιπη Ελλάδα και όλη η άλλη ποσότητα καταναλώνεται στην Κρήτη σχεδόν αποκλειστικά στη HORECA.
Ένας σημαντικός στόχος για το οινοποιείο τα ερχόμενα χρόνια, είναι ο διπλασιασμός της παραγωγής στις 90.000 φιάλες, αλλά όπως λέει ο Νίκος Ζουμπεράκης «Για να γίνει αυτό χρειάζονται ακόμα αρκετές επενδύσεις σε εξοπλισμό.»
Από το 2025, το οινοποιείο έχει γίνει επισκέψιμο και ήδη στην πρώτη του χρονιά υποδέχτηκε πάνω από 1.000 επισκέπτες, οι οποίοι έχουν και τη δυνατότητα να συνοδεύσουν το κρασί με φαγητό.









