ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΜΠΕΛΩΝΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ-ΜΕΡΟΣ 2ο

Γιάννης Μουρατίδης

Στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος του Grape Business στον κρητικό αμπελώνα περνάμε στις ζώνες Δαφνών, Πεζών και Αρχανών. Βλέπουμε από κοντά τα οινοποιεία, τις εκτάσεις που δουλεύουν, την παραγωγή τους, τις ποικιλίες που επιλέγουν, τις πωλήσεις, τις εξαγωγές και τις επενδύσεις τους. Μαζί, καταγράφουμε τον ρόλο του οινοτουρισμού, την παρουσία της νέας γενιάς και τη θέση που κερδίζουν οι κρητικές ποικιλίες στην αγορά.

1η μέρα

Η ζώνη ΠΟΠ Δαφνές είναι η μεγαλύτερη από τις τρεις διαδοχικές ζώνες, οι άλλες δύο είναι οι ΠΟΠ Πεζά και ΠΟΠ Αρχάνες, που βρίσκονται κυρίως στο βόρειο και κεντρικό τμήμα του Νομού Ηρακλείου. Το Λιάτικο είναι το κόκκινο διαμάντι της ζώνης, ενώ στα λευκά κυρίαρχες ποικιλίες είναι το Βιδιανό και το Μοσχάτο Σπίνας.

Από το ταξίδι μας στη ζώνη, κάποια ξεχωριστά στοιχεία που κρατήσαμε ήταν:

  • Εδώ βρίσκονται μερικά από τα παλαιότερα οινοποιεία της Κρήτης.
  • Τα οινοποιεία κρατούν νέους ανθρώπους στην περιοχή.
  • Οι γυναίκες έχουν τον πρώτο λόγο στις διοικήσεις πολλών οινοποιείων και παράλληλα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
  • Το Ηράκλειο, ειδικά τους θερινούς μήνες, όταν κάποια αμπέλια χρειάζονται νερό, πίνει το νερό των καλλιεργειών, με αποτέλεσμα η ζώνη να μένει απότιστη ακόμα και για πολλές μέρες συνεχόμενες.
  • Οι περισσότεροι αμπελώνες είναι σε επικλινές έδαφος, γεγονός που δυσκολεύει τον τρύγο, αλλά προσφέρει πολύ όμορφες εικόνες από τα επισκέψιμα οινοποιεία.
  • Το Λιάτικο περνά μια φάση αναγέννησης και οι οινοποιοί της ζώνης πιστεύουν στην εξέλιξή του.

Οινοποιείο Λουλούδης

Η συζήτηση ξεκινά σε ένα σημείο με πολύ όμορφη θέα. Κάποιοι λόφοι απέναντι, ακόμα και αρχιτεκτονικά, θυμίζουν Νότια Ιταλία. «Όλα επικλινή είναι εδώ;», ρωτάμε τον Αντώνη Λουλούδη. «Ναι, εδώ σόπατα δεν βρίσκεις», μας απαντά. Είναι το πρώτο οινοποιείο που βλέπουμε μετά την άφιξη στην Κρήτη το ίδιο πρωί και ο λόγος, μαζί με τη θέα, μας βάζουν αυτόματα στην Κρήτη. Στη συζήτηση μπαίνει και ο πατέρας του, Μιχάλης Λουλούδης, η δεύτερη γενιά στην οινοποίηση, και έχει μπει ήδη στο παιχνίδι η 4η γενιά, οπότε λογαριάζουμε 100 χρόνια.

Μετά από πολλές διαιρέσεις από τους παππούδες μέχρι σήμερα, στην κατοχή του Αντώνη έφτασαν περίπου 30 στρέμματα, τα οποία έχει κάνει 80 και, επιπλέον, διαχειρίζεται 30 στρέμματα αμπελιών. Πρόκειται για σημαντική επένδυση, καθώς, όπως λέει, η γη στην περιοχή πάει περίπου στα 5.000 ευρώ το στρέμμα.

Βλέποντας τις πωλήσεις να έχουν στραφεί κυρίως στο λευκό κρασί, δρα ανάλογα, έτσι οι ποικιλίες είναι επί το πλείστον λευκές κρητικές. Βιδιανό, Μοσχάτο Σπίνας, Θραψαθήρι, αλλά και ΠΟΠ Λιάτικο και Κοτσιφάλι.

Συνολικά, το οινοποιείο εμφιαλώνει 12 ετικέτες, με ετήσια παραγωγή περίπου 100.000 φιάλες και μικρή ποσότητα ασκού. Προσωρινά, ο στόχος δεν είναι να αυξηθεί η παραγωγή, αλλά να βελτιωθεί η σχέση ποιότητας/τιμής. Ο πατέρας του Αντώνη θεωρεί ότι το κρασί που παράγεται σήμερα έχει πολύ καλύτερα χαρακτηριστικά από το κρασί του παρελθόντος. Στη μνήμη του, όμως, η γεύση του παρελθόντος είναι η πιο οικεία.

Σε αυτή τη φάση, ο μέσος όρος χονδρικής είναι περίπου στα 6 ευρώ και η ελπίδα είναι να φτάσει κοντά στα 8 ευρώ. Οι πωλήσεις στην Κρήτη είναι περίπου το 60%, το 30% εξάγεται και ό,τι μένει διανέμεται στην υπόλοιπη Ελλάδα, κυρίως στα νησιά.

Στις μελλοντικές επενδύσεις είναι η δημιουργία ενός νέου κελαριού, καθώς το υπάρχον είναι σε άλλη περιοχή από το οινοποιείο. Επίσης, ένα από τα επόμενα προϊόντα του οινοποιείου θα μπορούσε να είναι ένας αφρώδης οίνος.

Οινοποιείο Αμαργιωτάκη

Το οινοποιείο Αμαργιωτάκη συνεχίζει από το 1965 μια διαδρομή που ξεκίνησε με τσιμεντένιες δεξαμενές και εμπορική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή. Το 2018, ο Μανώλης Αμαργιωτάκης και η σύζυγός του, Ελευθερία Αλμυράκη, έδωσαν νέα πνοή στην οικογενειακή πορεία, δημιουργώντας το οινοποιείο στις εγκαταστάσεις όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα και ξεκινώντας παράλληλα την επαγγελματική εμφιάλωση.

Από την αρχή, η κατεύθυνση ήταν ξεκάθαρη: ανάδειξη του κρητικού αμπελώνα μέσα από τις γηγενείς ποικιλίες και, κυρίως, μέσα από μονοποικιλιακές οινοποιήσεις. Σε αυτή τη φιλοσοφία, το Θραψαθήρι κατέχει κεντρική θέση. Είναι η ποικιλία στην οποία το οινοποιείο επενδύει ως premium έκφραση, ενώ η διάκρισή του στα Great Greek Wines ενισχύει την προσπάθεια να αναδειχθεί η δυναμική του στο σύγχρονο κρητικό κρασί. Στο επίκεντρο της περιοχής βρίσκεται και το Βιδιανό, μια ποικιλία που, όπως εκτιμά η Ελευθερία Αλμυράκη, μπορεί να κατακτήσει ισχυρότερη θέση στον ελληνικό και διεθνή οινικό χάρτη.

Η παραγωγή ανέρχεται σήμερα σε περίπου 160.000 φιάλες ετησίως, ενώ η δυναμικότητα των υφιστάμενων εγκαταστάσεων φτάνει τις 200.000 φιάλες. Η οικογένεια διαθέτει 80 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων και συνεργάζεται με επιπλέον αμπελουργικές εκτάσεις μέσω συμβολαιακής γεωργίας. Η παραγωγή εμφιαλώνεται σε 11 διαφορετικές ετικέτες κρασιού, με το μεγαλύτερο ποσοστό από τις ποικιλίες Λιάτικο, Βιδιανό, Θραψαθήρι, Μοσχάτο Σπίνας, Μαντηλάρι και Κοτσιφάλι.

Η Κρήτη παραμένει η βασική αγορά για τα προϊόντα του οινοποιείου. Περίπου το 5% της διάθεσης κατευθύνεται σήμερα στο εξωτερικό, με την επιθυμία το ποσοστό αυτό να αυξηθεί. «Θέλω να ταξιδέψει η Kapetanissa σε όλον τον κόσμο», λέει η Ελευθερία Αλμυράκη. Παράλληλα, γίνεται προσπάθεια να βελτιωθεί η μέση τιμή πώλησης, η οποία σήμερα διαμορφώνεται περίπου στα 7 ευρώ.

Για την Ελευθερία Αλμυράκη, η Κρήτη διαθέτει εξαιρετικό οινικό δυναμικό, το οποίο δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί στον βαθμό που του αξίζει. «Έχουμε εξαιρετικά ΠΟΠ Λιάτικα στις Δαφνές, αλλά μας λείπει το marketing που έχουν άλλες αμπελουργικές περιοχές του κόσμου».

Οινοποιείο DAF Wines

Η Φερενίκη Δουλουφάκη είναι η 3η γενιά στο οινοποιείο, του οποίου η ιστορία ξεκινά το 1952 από τον παππού της, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αποφάσισε να συμμετέχει με τα κρασιά του στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Όπως λέει, «Όταν το σκέφτηκε αυτό, υπήρχαν ακόμα σπίτια που δεν είχαν νερό». Ο πατέρας της συνέχισε με γνώσεις αμπελουργίας που βοήθησαν στη βελτίωση της ποιότητας της πρώτης ύλης.

Οπότε, η φυσική συνέχεια ήταν η δημιουργία ενός οινοποιείου που θα συνέχιζε αυτήν την προσπάθεια και θα της έδινε περισσότερη αξία. Σήμερα το οινοποιείο βιοπορίζει τέσσερις οικογένειες και διοικείται από 4 γυναίκες. Εξ αρχής στόχος ήταν η ανάδειξη του terroir, εκτάσεις αμπελώνων ανάμεσα σε δύο κορυφογραμμές με γηγενείς ποικιλίες, οι οποίες είναι καλύτερα προσαρμοσμένες στην περιοχή.

Το Βιδιανό είναι η κυρίαρχη ποικιλία και τη λίστα συμπληρώνουν το Μοσχάτο Σπίνας, το Μανδηλάρι, το Λιάτικο και η σπάνια ποικιλία Δαφνί, με ιδιαίτερη οινοποίηση και άρα μικρές ποσότητες εμφιάλωσης.

Όλα τα παραπάνω καλλιεργούνται σε ποσοστό κοντά στο 80% σε 80 στρέμματα ιδιόκτητης γης και, επιπλέον, ανάλογα με τις ανάγκες, υπάρχουν συνεργασίες με μικρό αριθμό παραγωγών. Ένα από τα μεγάλα project που έχει ξεκινήσει ήδη είναι το Ασύρτικο, με καλλιέργεια 5 στρεμμάτων και επέκταση σε 10 ακόμα στρέμματα.

Συνολικά, το οινοποιείο παράγει 50 τόνους κρασιού, εκ των οποίων ένα ποσοστό καταλήγει σε εμφιάλωση 25.000 έως 30.000 φιαλών ανά έτος και το υπόλοιπο σε ασκό.

Η μεγαλύτερη ποσότητα του κρασιού διατίθεται στην αγορά της Κρήτης και ένα ποσοστό αυτού φεύγει απευθείας από το οινοποιείο, το οποίο υποδέχεται ετησίως 400 με 500 άτομα. Ωστόσο, στόχος είναι να αυξηθεί σημαντικά η επισκεψιμότητα τα ερχόμενα χρόνια.

Οινοποιείο Ευφροσύνη

Όταν οι παππούδες καλλιεργούσαν Σουλτανίνα και την πούλαγαν ως σταφίδα, ο Μανώλης ήταν παιδί, οπότε έχει αχνές αναμνήσεις. Όταν, στη δεκαετία του ’90, η τιμή της σταφίδας κατέρρευσε και σταμάτησε η καλλιέργεια, ο πατέρας του, Αντώνης Κοσμαδάκης, μαζί με τη σύζυγό του, Μαρία Τυλάκη, πήραν την απόφαση να αναμπελώσουν με οινοστάφυλα, τα οποία μπορούσαν να πουληθούν ακριβότερα.

Την περίοδο εκείνη ήταν της μόδας οι γαλλικές ποικιλίες και έτσι η αναμπέλωση έγινε με αυτές. Τα αμπέλια εκείνα παραμένουν παραγωγικά, με ποικιλίες Merlot, Syrah και Chardonnay, αλλά και Βιδιανό, Μαλβαζία, Κοτσιφάλι και Λιάτικο.

Πλέον, στο οινοποιείο συμμετέχουν ο Μανώλης Κοσμαδάκης μαζί με τα δύο αδέλφια του. Η έκταση της καλλιεργήσιμης γης έχει φτάσει τα 30 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων, οι οποίοι, μαζί με σταφύλι από συνεργαζόμενους αμπελουργούς, δίνουν ετησίως μέχρι 50.000 φιάλες κρασιού σε 10 ετικέτες.

Σε αυτή τη φάση, η μεγαλύτερη ποσότητα διανέμεται στην Κρήτη, αλλά κάποιες συνεργασίες που έχουν γίνει στη Βρετανία έχουν δείξει ότι οι εξαγωγές θα μπορούσαν να μεγαλώσουν με εμφιαλώσεις σε Βιδιανό και Λιάτικο.

Οινοποιείο Δουλουφάκη

Ένα οινοποιείο σημείο αναφοράς για την ιστορία της αμπελουργίας στην Κρήτη, καθώς υπάρχουν συμβόλαια που έχουν συνάψει πρόγονοι του Νίκου Δουλουφάκη, με βενετικό όνομα Dolfin, με Βενετούς εμπόρους, όπου το προϊόν αναφέρεται ως «κρασί Δαφνιανό».

Η πρώτη οινοποίηση στη σύγχρονη εποχή έγινε το 1996 και πλέον το οινοποιείο έχει στη διάθεσή του, για πρώτη ύλη, 250 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων, βιολογικά πιστοποιημένων, και επιπλέον 300 στρέμματα αμπελώνων από συνεργαζόμενους αμπελουργούς.

Η έμφαση είναι στις κρητικές ποικιλίες, με Βιδιανό και Λιάτικο να πρωτοστατούν αντίστοιχα σε λευκά και κόκκινα κρασιά. Ωστόσο, καλλιεργούνται επίσης οι λευκές ποικιλίες Βηλάνα, Μοσχάτο, Malvasia di Candia Aromatica, Ασύρτικο, Sauvignon Blanc και Ταχτάς, και οι ερυθρές Κοτσιφάλι, Μαντηλάρι, Cabernet Sauvignon και Syrah.

Συνολικά, η παραγωγή φτάνει τις 400.000 φιάλες, με ένα 25% αυτής να κατευθύνεται στο εξωτερικό. Στη λίστα του οινοποιείου περιλαμβάνονται 14 ετικέτες, με το 50% αυτών να είναι λευκά κρασιά, το 40% ερυθρά και το 10% ροζέ.

Πλέον, στο οινοποιείο μπαίνει δυναμικά και η τέταρτη γενιά. Τα τρία παιδιά του Νίκου Δουλουφάκη αναλαμβάνουν σταδιακά διαφορετικούς τομείς της επιχείρησης. Οι επενδύσεις γίνονται κυρίως σε νέες φυτεύσεις, ενώ ένας τομέας που αναμένεται να εξελιχθεί είναι ο οινοτουρισμός, καθώς το οινοποιείο ήδη υποδέχεται 1.000 έως 1.200 άτομα ετησίως.

Οινοποιείο Διαμαντάκη

Η παράδοση του οινοποιείου ξεκινά από την αμπελουργία δύο γενιές πίσω, με αρκετά αμπέλια της ποικιλίας Σουλτανίνα και πώληση του σταφυλιού στο οινοποιείο του Συνεταιρισμού. Ο Ζαχαρίας Διαμαντάκης σπούδασε οινολογία στις αρχές του 2000, προκειμένου να ασχοληθεί με περισσότερη γνώση με την οινοποίηση.

Μέσα στα επόμενα χρόνια δημιουργήθηκε ένας αμπελώνας 170 στρεμμάτων, τα 20 μισθωμένα, και επιπλέον συνεργασίες για αγορά σταφυλιού από 150 στρέμματα.

Η οινοποίηση εστιάζει στις ποικιλίες Βιδιανό, Ασύρτικο, Λιάτικο, Μανδηλαριά, Malvasia di Candia Aromatica, Chardonnay και Syrah.

Όπως λέει ο Ζαχαρίας Διαμαντάκης, «Το Ασύρτικο είναι μια σημαντική επιλογή για το οινοποιείο, καθώς θεωρώ ότι μπορεί να δώσει πολύ καλά αποτελέσματα στο συγκεκριμένο terroir». Η φύτευση του Ασύρτικου ξεκίνησε για πρώτη φορά το 2008. Το 2014, το οινοποιείο έβγαλε το πρώτο προϊόν κάτω από το brand «Διαμαντόπετρα» και πρόσφατα έγιναν νέες φυτεύσεις Ασύρτικου σε έκταση 7 στρεμμάτων.

Η παραγωγή του οινοποιείου είναι στις 120.000 φιάλες με κρασιά ΠΓΕ και άλλες περίπου 35.000 φιάλες από άλλες ποικιλίες. Συνολικά, η λίστα του οινοποιείου έχει 9 ετικέτες. Πέρα από την εμφιάλωση, το οινοποιείο διαθέτει και κρασί σε ασκό, σε σημαντικό ποσοστό. Οι εξαγωγές απορροφούν το 25% των εμφιαλωμένων κρασιών.

Την τριετία 2022 με 2025 έγινε μια σημαντική επένδυση σε κτιριακές υποδομές, η οποία δημιούργησε χώρο και για μεγαλύτερες ποσότητες, αλλά κυρίως για καλύτερη αποθήκευση των κρασιών και βελτίωσε τα logistics. Επίσης, τοποθετήθηκε φωτοβολταϊκό, το οποίο έχει περιορίσει τα λειτουργικά έξοδα.

Ο οινοτουρισμός είναι μεταξύ των στόχων του οινοποιείου, με ξεκίνημα το 2025 και περίπου 1.000 επισκέψεις, τις οποίες ο Ζαχαρίας Διαμαντάκης θεωρεί μια καλή αρχή.

Οινοποιείο Silva – Δασκαλάκη

Μια παράδοση στο κρασί από το 1920, με ερασιτεχνικό κυρίως σκεπτικό, ήταν το θεμέλιο πάνω στο οποίο στήθηκε το σημερινό οινοποιείο της Ειρήνης Δασκαλάκη – Ξενογιαννάκη.

Πρόκειται για το μοναδικό οινοποιείο μεταξύ όσων είδαμε στην Κρήτη που έχει περάσει στο στάδιο της βιοδυναμικής καλλιέργειας. Το 2004 ξεκινά η πρώτη πειραματική οινοποίηση με βιολογικό ΠΟΠ Λιάτικο, ενώ από το 2006 ξεκινούν οι εμπορικές εμφιαλώσεις.

Τα οινοποιήσιμα σταφύλια παράγονται από ιδιόκτητους αμπελώνες, κοντά στα 150 στρέμματα. Πλέον, η παραγωγή εμφιαλώνεται σε 120.000 φιάλες ετησίως, οι οποίες προέρχονται κυρίως από κρητικές ποικιλίες.

Συνολικά, η λίστα του οινοποιείου έχει 14 ετικέτες, με το Βιδιανό να πρωταγωνιστεί στα λευκά και το Λιάτικο στα κόκκινα. Σχεδόν η μισή παραγωγή εξαντλείται στην Κρήτη, περίπου το 30% πάει σε εξαγωγές και το υπόλοιπο διανέμεται στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Το επισκέψιμο κομμάτι είναι ένα δυνατό χαρτί για το οινοποιείο, καθώς δέχεται 500 με 600 επισκέψεις ανά μήνα στη διάρκεια της τουριστικής σεζόν.

TAGS.

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Με την εγγραφή σας στη λίστα των παραληπτών θα λαμβάνετε το newsletter του grape!

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Νέες Ετικέτες

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Με την εγγραφή σας στη λίστα των παραληπτών θα λαμβάνετε το newsletter του grape!