ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΜΠΑΣ

«Τυρί, ρύζι, καφέ, γάλα, Καμπά…» Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν βγήκε στον αέρα αυτή η διαφήμιση της ιστορικής οινοποιίας και αμέσως έγινε σλόγκαν στα χείλη μικρών και μεγάλων. Τι κι αν ο ιδρυτής της εταιρείας, Ανδρέας Καμπάς, είχε πεθάνει από το 1924 και η εταιρεία του είχε περάσει στην Εθνική Τράπεζα. Το brand name που είχε αφήσει πίσω του ήταν τόσο δυνατό και τα προϊόντα του τόσο αναγνωρίσιμα, που πολλοί ίσως θεωρούσαν ότι ο ισχυρός άνδρας του ελληνικού οίνου ζούσε και κινούσε τα νήματα από το εργοστάσιο της Κάντζας. Τόσο έντονη ήταν η σφραγίδα του…

«Ο “πατριάρχης” της Μεσογαίας», όπως τον αποκαλούν, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1851, τότε που η Ελλάδα προσπαθούσε να ορθοποδήσει έπειτα από 400 χρόνια τουρκικού ζυγού: χωρίς τις στοιχειώδεις υποδομές, με πόλεις και χωριά κατεστραμμένα και με εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα γης καμένα, έπρεπε να καλύψει την τεράστια απόσταση που τη χώριζε από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες κάλπαζαν προς το μέλλον. Για την οικογένεια Καμπά ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά και ακόμη λιγότερα διεκδικούν εύσημα ιστορικής τεκμηρίωσης. Το μόνο που μπορεί να πει κανείς με σχετική ασφάλεια είναι ότι καταγόταν από τη Μεσσήνη και διέθετε κτήματα στην Πύλο και στην Κυπαρισσία. Αυτό ίσως εξηγεί την αγάπη που ο Ανδρέας Καμπάς ανέπτυξε, καθώς μεγάλωνε, για τη γη και τους θησαυρούς της.

Ο Ανδρέας είχε τέσσερα αδέλφια: τον Αλέξανδρο, τον Άγγελο, τον Αλκιβιάδη και την Αφροδίτη (ποιος ξέρει γιατί τα ονόματα όλων των παιδιών άρχιζαν από «Άλφα»…). Με τον Αλέξανδρο ξεκίνησε την επαγγελματική του διαδρομή. Είχαν στάβλους στην οδό Ξενοφώντος, στο κέντρο της Αθήνας. Ταυτόχρονα νοίκιαζαν δημόσιες εκτάσεις και τις καλλιεργούσαν. Τότε στην Αττική υπήρχαν μόνο ελιές και σπαρτά. Ψάχνοντας για γόνιμα εδάφη, τα δύο αδέλφια βρέθηκαν στην Κάντζα. Είδαν ότι εκεί η γη ήταν πολύ εύφορη και ότι τα αμπέλια απέδιδαν πολύ περισσότερο από το σιτάρι. Το 1875, λοιπόν, αγόρασαν από την Πουλχερία, χήρα του Εμμανουήλ Αργυρόπουλου, ένα πρώην τσιφλίκι, μια έκταση 5.000 και πλέον στρεμμάτων, που ξεκινούσε, όπως λέγεται, από τον Άη Γιάννη τον Κυνηγό στον Υμηττό και έφτανε μέχρι το Αστεροσκοπείο της Πεντέλης!

Λίγο αργότερα έκαναν μία ακόμα επένδυση: αγόρασαν από τους Αυστριακούς βαρώνους Δούμπα και Μπράιν άλλα 3.500 στρέμματα στη Γιαλού, κοντά στα Σπάτα. Πολύ σύντομα, όμως, τα αδέλφια συνειδητοποίησαν ότι είχαν διαφορετικούς στόχους. Ο Αλέξανδρος προτιμούσε να μείνει κτηματίας – άλλωστε, στο μεταξύ είχε γίνει ασφαλιστής και δεν ήθελε να αφήσει την καριέρα του, φοβόταν να ρισκάρει τα κεκτημένα. Ο Ανδρέας είχε το «μικρόβιο» του επιχειρείν, ονειρευόταν να δημιουργήσει μια εταιρεία οίνου που θα άφηνε εποχή. Μοίρασαν τη γη και ακολούθησαν ο καθένας τον δρόμο του. Ο ανήσυχος νεαρός Καμπάς άρχισε αμέσως να φυτεύει τα δικά του αμπέλια, έχοντας μελετήσει τις επιστημονικές μεθόδους που εφαρμόζονταν στην ήδη ανεπτυγμένη αμπελουργικά Ευρώπη. Απορημένοι οι γεωργοί της περιοχής, τον έβλεπαν να καλλιεργεί τη γη με πρωτόγνωρες για τους ίδιους μεθόδους και να δρέπει πλούσιους καρπούς: τα αμπέλια του έδιναν μπόλικο και εκλεκτό κρασί. Άρχισαν, λοιπόν, να τον μιμούνται. Και επήλθε… καταστροφή! Η παραγωγή γρήγορα ξεπέρασε τη ζήτηση και οι τιμές του μούστου και του κρασιού πήραν τον κατήφορο.

Το 1879, μόλις τέσσερα χρόνια μετά την απόκτηση των ιδιόκτητων αμπελιών του, τα πράγματα είχαν γίνει τόσο ζόρικα, ώστε ο 28χρονος Ανδρέας συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να κάνει το επόμενο βήμα. Το περιγράφει ο ίδιος σε μία από τις επιστολές που περιέχονται στο βιβλίο «Ανδρέας Π. Καμπάς: ο “πατριάρχης” της Μεσογαίας και η τέχνη του κρασιού», που έγραψαν η δημοσιογράφος Εμμανουέλα Νικολαΐδου και η φιλόλογος Ζέτα Παπαγεωργοπούλου, βασισμένες στις αφηγήσεις της Ρωξάνης Μάτσα, δισεγγονής του Αλέξανδρου Καμπά, η οποία κληρονόμησε μέρος του ιστορικού κτήματος της Κάντζας: «Ηναγκάσθην να εναποθηκεύσω ολόκληρον την παραγωγήν μου, ήτις ανήρχετο εις μεγίστην ποσότητα, και να τραπώ εις σκέψεις χρησιμοποιήσεως του οίνου τούτου. Διά την πράξιν μου ταύτην με εκάκισαν άπαντες οι συγγενείς μου και οι οικειότεροί μου και με εξέλαβον ως να είχον πάθει διανοητικώς»… Παρά τις πιέσεις των συγγενών του, που τον θεωρούσαν τρελό, ο Ανδρέας Καμπάς αναζητούσε τρόπους να αξιοποιήσει τα παράγωγα του μούστου και να μην περιορίζεται στο κρασί. Το βλέμμα του ήταν ήδη στραμμένο προς τη Γαλλία, όπου οι οινοπαραγωγοί με το απόσταγμα των πιο «ταπεινών» κρασιών έφτιαχναν ένα έντονο στη γεύση, υπόξινο ποτό, που ονομαζόταν κονιάκ – από την ομώνυμη περιοχή. Η ονομασία προέλευσής του δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί (αυτό έγινε μετά τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο), επομένως η παραγωγή του δεν είχε περιορισμούς. Για τον οραματιστή Έλληνα επιχειρηματία αυτό το ιδιαίτερο ποτό, που προερχόταν από τη διπλή απόσταξη του κρασιού και ωρίμαζε σε ειδικά, δρύινα βαρέλια, ώσπου να αποκτήσει το ιδιαίτερο, πλούσιο άρωμά του, αποτελούσε μεγάλη ευκαιρία αλλά και πρόκληση.

Δημιούργησε, λοιπόν, στην Κάντζα μια πρότυπη και μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα μονάδα παραγωγής αποσταγμάτων. Ο εξοπλισμός, φυσικά, έπρεπε να έρθει από το εξωτερικό. Στις αρχές του 1880, οι λιγοστοί κάτοικοι του μικρού χωριού των Μεσογείων είδαν με έκπληξη να καταφθάνει από το Μπορντό ένας τεράστιος αποστακτήρας κρασιών Marésté. Δύο χρόνια αργότερα, οι εγκαταστάσεις είχαν ολοκληρωθεί και το πρώτο ελληνικό κονιάκ ωρίμαζε στις κάβες. Το μόνο που έμενε για να δικαιωθεί το τολμηρό πείραμα του Καμπά ήταν η έγκριση των ειδικών, χωρίς την οποία δίσταζε να παρουσιάσει το δημιούργημά του στην αγορά. Το 1888 έστειλε τα πρώτα δείγματα σε φίλους του επιστήμονες, μεταξύ των οποίων ο αρχίατρος του Ελληνικού Στρατού, Περικλής Σούτσος, και ο χημικός Όθων Ρουσόπουλος. Και οι δύο εντυπωσιάστηκαν από τη γεύση και την ποιότητα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Σούτσος παρήγγειλε 2.000 φιάλες για λογαριασμό του Ελληνικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου – όχι φυσικά προς τέρψιν των ασθενών, αλλά επειδή το κονιάκ ήταν ήδη γνωστό για τις θεραπευτικές ιδιότητές του. Η αποδοχή του πρώτου ελληνικού κονιάκ ήταν ενθουσιώδης. Ο Ανδρέας Καμπάς όχι μόνο αύξησε την παραγωγή, αλλά αναγκάστηκε και να ανοίξει στο πατρικό σπίτι του, στην οδό Φιλελλήνων, πρατήριο για τη διάθεση των προϊόντων του. Ήταν η αρχή ενός επιχειρηματικού θριάμβου: το 1889 το κονιάκ Καμπά έκανε επίσημη είσοδο στη βασιλική αυλή και παρουσιάστηκε σε εκθέσεις στην Αθήνα και στο Παρίσι, κερδίζοντας το χρυσό βραβείο. Παράλληλα, η εταιρεία επεξέτεινε σταδιακά τις δραστηριότητές της στην παραγωγή κρασιού και ούζου. Ο αποστακτήρας της Κάντζας δεν επαρκούσε πλέον και μόλις την επόμενη χρονιά λειτουργούσαν άλλες τρεις μονάδες. Η επένδυση ήταν κολοσσιαία για τα δεδομένα της εποχής, αλλά η ζήτηση τη δικαιολογούσε απολύτως. Ο κατά τους συγγενείς του «διανοητικώς παθών» είχε πετύχει τον στόχο του. Ως σήμα κατατεθέν της εταιρείας, μάλιστα, είχε επιλέξει έναν κόκκινο σταυρό, ο οποίος δέσποζε στην είσοδο του εργοστασίου της Κάντζας. Το 1929, όταν εκείνος δεν ζούσε πια, το ίδιο σήμα καθιερώθηκε ως παγκόσμιο σύμβολο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και η εταιρεία το αντικατέστησε με το τριφύλλι.

Λίγο πριν ανατείλει το 1890, ο Ανδρέας Καμπάς ήταν έτοιμος για μια καινούργια περιπέτεια: επιθυμούσε διακαώς να βγάλει τα προϊόντα του από τα ελληνικά σύνορα. Δίχως τις σημερινές ευκολίες στην επικοινωνία και στις μεταφορές, οι εξαγωγές αποτελούσαν τότε… σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες, ειδικά για τη φτωχή Ελλάδα.Αποφασισμένος να μην αφήσει τίποτα στην τύχη, ο «ανήσυχος» επιχειρηματίας έφυγε για την Αίγυπτο – πρώτο σταθμό ενός μεγάλου ταξιδιού, που είχε σκοπό να γνωρίσουν οι ξένοι τα κρασιά και τα αποστάγματα των Μεσογείων. Θα ακολουθούσαν η Συρία, η Μικρά Ασία, η Κωνσταντινούπολη, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Ρωσία.

Στις αποσκευές του είχε τις διθυραμβικές κριτικές για τα προϊόντα του και στο πλευρό του τις ελληνικές κοινότητες οι οποίες ήκμαζαν σ’ αυτές τις χώρες και ήταν πρόθυμες να στηρίξουν τον πρωτοπόρο παραγωγό που ερχόταν γεμάτος ιδέες από τη μητέρα-πατρίδα. Ειδικά στην Αίγυπτο το κονιάκ του γνώρισε αναπάντεχη επιτυχία: ξεπέρασε σε πωλήσεις ακόμη και τα αντίστοιχα γαλλικά! Οι εξαγωγές εκτοξεύτηκαν στον ιλιγγιώδη για την εποχή αριθμό των 40.000 κιβωτίων ετησίως. Μετά την Ευρώπη και την Ανατολή, ήρθε η ώρα της πολλά υποσχόμενης Αμερικής να υποδεχθεί τα προϊόντα του και ο πολυμήχανος ποτοποιός αποφάσισε να φτιάξει δεύτερο εργοστάσιο, στον Πειραιά, στην Ακτή Ξαβερίου, ώστε να έχει άμεση πρόσβαση στο λιμάνι. Το 1910, πριν κλείσει τα εξήντα του χρόνια, είχε κατορθώσει να κάνει το όνομα της οικογένειάς του συνώνυμο με τα κρασιά. Διοικούσε δύο τεράστιες επιχειρήσεις –την ποτοποιία και την οινοποιία– και δεν υπήρχε κανένας στην Ελλάδα που θα μπορούσε να τον ανταγωνιστεί σοβαρά. Η περιουσία του περιλάμβανε 3.000 στρέμματα στην Κάντζα και 2.500 στρέμματα στη Γιαλού, με ετήσια παραγωγή περίπου 2.000.000 λίτρων, ενώ οι αποθήκες ήταν γεμάτες με εκατομμύρια λίτρα κονιάκ και κρασιών. Τα παιδιά του, ο Παναγιώτης και ο Άγγελος, είχαν αναλάβει δράση στο πλευρό του, φέρνοντας μαζί τους τεχνογνωσία και νέες μεθόδους από τις σπουδές τους στο εξωτερικό.

Με τη λήξη του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1918, η εταιρεία του μετατράπηκε σε ανώνυμη και ήταν η δεύτερη του οινικού κλάδου που εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Το 1924, ο Ανδρέας Καμπάς έφυγε από τη ζωή έχοντας πραγματοποιήσει σχεδόν όλα όσα είχε ονειρευτεί. Είχε, όμως, προλάβει να κάνει κάτι ακόμα, καθοριστικό για την εξέλιξη της οινοποιίας στην Ελλάδα: είχε καλέσει Γάλλους χημικούς, προκειμένου να του υποδείξουν περιοχές εκτός Αττικής κατάλληλες για την παραγωγή κρασιών και αποσταγμάτων. Η «πυξίδα» εκείνων έδειξε προς τον νότο, στα οροπέδια της Αρκαδίας, εκεί όπου το κλίμα και η γη ήταν ιδανικά για να «αναθρέψουν» τα γλυκά Μοσχοφίλερα και τα Φιλέρια, την Ασπρούδα, τη Μαυρούδα και τους Σκυλοπνίχτες – τις γηγενείς ποικιλίες. Δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Παναγιώτης και ο Άγγελος αγόρασαν έκταση 800 στρεμμάτων στη Μηλιά Μαντινείας και ξεκίνησαν να κατασκευάζουν ένα μικρό, πρότυπο οινοποιείο, πραγματοποιώντας ένα ακόμη όνειρο του πρωτοπόρου πατέρα τους. Όμως, τα σύννεφα είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται πάνω από τη θρυλική εταιρεία: η κερδοφορία της παρουσίαζε κάμψη, ενώ ταυτόχρονα αυξάνονταν τα χρέη προς τις τράπεζες, ειδικά προς την Εθνική…

Πολλά έχουν ειπωθεί για εκείνη την περίοδο και για το τι έπαιξε ρόλο ώστε να ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι καθοριστικοί παράγοντες ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 και μια σειρά λανθασμένων επιχειρηματικών επιλογών των γιων του Καμπά, που έκαναν ριψοκίνδυνες επενδύσεις σε ναυπηγεία, ασφάλειες και ιπποφορβεία. Άλλοι πιστεύουν πως αυτή είναι κατά κανόνα η μοίρα όλων των διαδόχων που μεγαλώνουν κάτω από τη βαριά πατρική σκιά. Τα δύο αδέλφια υποθήκευσαν το εργοστάσιο και τα κτήματα και προσπαθούσαν να ξεπληρώνουν σιγά σιγά τα χρέη. Δεν τα κατάφεραν. Το 1936, η πλειονότητα των μετοχών της «Ανδρέας Π. Καμπάς» πέρασε στην Εθνική Τράπεζα. Με τις οικογένειές τους εκείνοι αναγκάστηκαν να φύγουν από την Κάντζα και να μετακομίσουν στην Αθήνα – στο ενοίκιο πλέον. Η Εθνική δεν ενδιαφερόταν για ανάπτυξη, λένε όσοι έζησαν από κοντά την ιστορία από εκεί και πέρα. Το μόνο που είχε σημασία ήταν το μέρισμα που θα έπαιρναν στο τέλος κάθε χρόνου οι μέτοχοί της. Αναμενόμενο. Επιπλέον, στα γραφεία των οικονομικών εγκεφάλων ελάχιστοι γνώριζαν πώς φτιάχνεται το καλό κρασί. Έτσι, μέχρι το 1992 που η κληρονομιά του «πατριάρχη» πέρασε στα άξια χέρια της εταιρείας Μπουτάρη, τα σκαμπανεβάσματα ήταν πολλά. Αλλά το γεγονός ότι τόσες δεκαετίες μετά, το όνομα «Καμπάς» παραμένει αναγνωρίσιμο από πολλούς Έλληνες δείχνει το μέγεθος της επιτυχίας του Ανδρέα Καμπά.

«Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΜΠΑΣ»

Η Ρωξάνη Μάτσα για τον θρυλικό πρόγονό της.

Η Ρωξάνη Μάτσα στο κτήμα της.

«Αφιέρωσα όλη τη ζωή μου στο να κρατήσω και να αξιοποιήσω το κτήμα που κληρονόμησα από τους προγόνους μου, δηλαδή από την οικογένεια του Ανδρέα Καμπά, μιας μυθικής για μένα μορφής. Η δική μου γη αποτελεί μέρος των θρυλικών κτημάτων του. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου “Ανδρέας Καμπάς, ο πατριάρχης της Μεσογαίας και η τέχνη του κρασιού” (το οποίο θεώρησα τεράστιο χρέος μου) από την Εμμανουέλα Νικολαΐδου και τη Ζέτα Παπαγεωργοπούλου, συνειδητοποίησα ότι όχι μόνο οι παλιοί εργαζόμενοι στο εργοστάσιο, αλλά ακόμη και τα παιδιά τους, μολονότι δεν είχαν γνωρίσει τον “πατριάρχη” –δεδομένου ότι είχε πεθάνει από το 1924– αναφέρονταν σ’ εκείνον σαν να ήταν παρών και τον έβλεπαν στο μπαλκονάκι του εργοστασίου, να δίνει εντολές και οδηγίες! Έφαγα ένα είδος “πετριάς” με όλο αυτό, μεγάλωσα με ένα βάρος: ότι κάποιος έπρεπε να σώσει την κληρονομιά του και να συνεχίσει την παράδοση. Αυτό ήταν και είναι για μένα ο Ανδρέας Καμπάς: το έναυσμα για την προσπάθεια που κάνω όλη μου τη ζωή…» •

 

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.

ΜΑΘΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ