ΡΕΤΣΙΝΑ, ΤΟ ΠΛΕΟΝ ΕΞΑΓΩΓΙΜΟ
ΛΕΥΚΟ ΚΡΑΣΙ

Γιάννης Μουρατίδης

Το κρασί με ρετσίνι (ρητίνη) από ανάγκη έγινε συνήθεια και μετά γευστική εμπειρία.  Κάποιοι «παραδοσιακοί» καταναλωτές δεν απαρνήθηκαν ποτέ τη Ρετσίνα· η εμφιάλωσή της, άλλωστε, συνεχίζεται ανελλιπώς σχεδόν 70 χρόνια τώρα, ενώ η χύμα Ρετσίνα ξεκινά τη σύγχρονη εμπορική διαδρομή της από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Οι μετέπειτα μεγάλες οινοποιητικές μονάδες Ρετσίνας, όπως η οικογένεια Κουρτάκη και η οικογένεια Μαλαματίνα, στη Νότια και Βόρεια Ελλάδα αντίστοιχα, παρήγαγαν πολύ μεγάλες ποσότητες Ρετσίνας από τις αρχές του 20ού αιώνα. Η πρώτη εμφιάλωση Ρετσίνας γίνεται από τον Ευάγγελο Μαλαματίνα το 1957 και ακολουθούν ο (παππούς) Στέλιος Μπουτάρης στη Νάουσα το 1962 και, ένα χρόνο αργότερα, ο ζυθοποιός Κάρολος Φιξ.

Σύμφωνα με τις τότε στατιστικές, η Ρετσίνα αντιπροσώπευε το 80% των λευκών κρασιών
στη μεταπολεμική περίοδο.

Η χρυσή περίοδος της Ρετσίνας ξεκινά τη δεκαετία του 1980, όταν ο Δημήτρης Κουρτάκης και ο Κωνσταντίνος Μαλαματίνας επενδύουνσημαντικά στην αύξηση της παραγωγής και, μετά την
πτώχευση του Κάρολου Φιξ, γίνονται κυρίαρχοι στη Ρετσίνα και απογειώνουν την παραγωγή στα 120 εκατομμύρια φιάλες.

Την ίδια περίοδο, οι τουρίστες γνωρίζουν τη Ρετσίνα, τη συνδέουν με τις καλοκαιρινές τους διακοπές και έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, η Ρετσίνα αρχίζει να έχει σημαντικές εξαγωγές. Μάλιστα, τη δεκαετία του ’90, οι εξαγωγές ξεπέρασαν τις πωλήσεις στην Ελλάδα.

Από το 2000 και μετά, η Ρετσίνα αρχίζει να χάνει μερίδιο στην Ελλάδα, καθώς λιγότερο
«λαϊκές» ποικιλίες έχουν αρχίσει πλέον να κερδίζουν τους οινόφιλους.

Έτσι, ενώ μέχρι το 1990 η παραγωγή Ρετσίνας ξεπερνούσε το 25% της εγχώριας παραγωγής οίνου
και το 40% της παραγωγής λευκών κρασιών, το 2025 το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί περίπου στο 5%–6% της συνολικής παραγωγής οίνου.

Συνολικά, υπολογίζεται ότι παράγονται 7,5 έως 8,1 εκατομμύρια λίτρα (στην ποσότητα αυτή περιλαμβάνεται και η χύμα Ρετσίνα, η οποία όμως είναι ελάχιστη σε σχέση με το παρελθόν).
Από το σύνολο της παραπάνω παραγωγής, σχεδόν το 50% διοχετεύεται σε εξαγωγές.

Τα στοιχεία της αγοράς παραχωρήθηκαν στο Grape Business από τον Τάσο Αθανασόπουλο, εμπορικό διευθυντή της Cavino και, για πολλά χρόνια, στέλεχος της Κουρτάκη.

Οι «παλιοί» και οι νέοι της Ρετσίνας

Ο Βασίλης Κουρτάκης (3η γενιά), μεταξύ άλλων πρόεδρος του Comité Vin, συνειδητοποίησε ότι τα κρασιά χωρίς ρετσίνι είχαν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος. Έτσι, πριν το τέλος της δεκαετίας του ’90, άρχισε να εγκαταλείπει τη Ρετσίνα και να στρέφεται σε άλλα κρασιά. Ως αποτέλεσμα της αλλαγής στρατηγικής, μετονόμασε την εταιρεία σε «Ελληνικά Κελλάρια Οίνων».

Ο Κωνσταντίνος Μαλαματίνας έμεινε σταθερός στην παραγωγή Ρετσίνας, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα μείωση των πωλήσεων και οδήγησε στην πώληση της εταιρείας στη Mantis Group το 2021. Η «Ελληνικά Κελλάρια Οίνων», μετά τον θάνατο του Βασίλη Κουρτάκη, μεταβιβάστηκε το 2024 στην «Cavino ΑΕ».

Στο σκηνικό της εμφιαλωμένης Ρετσίνας με μεγάλες ποσότητες, αλλά σημαντικά μικρότερες των προαναφερόμενων εταιρειών, μπαίνει το 2006 η οικογένεια Κεχρή, η οποία, στην παραδοσιακή ταβέρνα «Κόκορας» στη Θεσσαλονίκη, πουλούσε τη Ρετσίνα «Κεχριμπάρι» από το 1939. Την περίοδο εκείνη, εκατοντάδες ταβέρνες σε όλη την Ελλάδα είχαν στα κελάρια τους τα δικά τους βαρέλια με Ρετσίνα.

Το 2006, η οικογένεια Κεχρή δημιουργεί μια διαφορετική Ρετσίνα μικρής παραγωγής, με
λιγότερη ποσότητα ρετσινιού, την οποία ονομάζει «Δάκρυ του Πεύκου». Με το προϊόν αυτό ανοίγει τον δρόμο για την κατηγορία που έχει γίνει κυρίως γνωστή ως «ρετσίνες νέας γενιάς», στην οποία πλέον έχουν προϊόντα πάνω από 20 οινοπαραγωγοί.

Η Ρετσίνα σε αριθμούς

Η έρευνα αποτυπώνει το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς Ρετσίνας. Παρότι δεν περιλαμβάνονται ορισμένες μικρότερες παραγωγές, κυρίως «λαϊκής» Ρετσίνας σε ασκό και ενδεχομένως
μεμονωμένες ετικέτες νέας γενιάς, τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν καλύπτουν ποσοστό άνω του 90% της συνολικής αγοράς.

Χωρίσαμε τη Ρετσίνα σε δύο κατηγορίες, τη «Λαϊκή» και τη «Νέας Γενιάς», και ζητήσαμε από τους οινοποιούς να μας στείλουν ποσότητες σε λίτρα για την πρώτη, δεδομένου ότι διατίθεται σε πολλές διαφορετικές συσκευασίες έως και 10 λίτρα, ενώ για τη δεύτερη ζητήσαμε αριθμό φιαλών.

Βάσει αυτής της κατηγοριοποίησης, διαπιστώσαμε τα εξής:
Η παραγωγή «Λαϊκής» Ρετσίνας ξεπερνά τα 8,38 εκατομμύρια λίτρα, χωρίς σε αυτά να υπολογίζουμε την οινοποιία Κεχρής, η οποία επέλεξε να μη μας διαθέσει στοιχεία για τη Ρετσίνα «Κεχριμπάρι».

Η παραγωγή Ρετσίνας «Νέας Γενιάς» ανέρχεται σε 138.500 φιάλες ετησίως των 750 ml, χωρίς,
και πάλι, να υπολογίζουμε την οινοποιία Κεχρής, η οποία διαθέτει τρεις ετικέτες Ρετσίνας «Νέας Γενιάς».

Η μέση τιμή της «Λαϊκής» Ρετσίνας είναι κάτω από 2,6 ευρώ ανά λίτρο + ΦΠΑ, ενώ για τις
Ρετσίνες «Νέας Γενιάς» η μέση τιμή κυμαίνεται μεταξύ 9 και 10 ευρώ ανά φιάλη. Η ελάχιστη τιμή
ξεκινά από τα 6 ευρώ, ενώ η μέγιστη φτάνει τα 20 ευρώ.

Τέλος, δικαιολογημένα η Ρετσίνα θεωρείται το λευκό κρασί με τις μεγαλύτερες εξαγωγές, καθώς από τα στοιχεία που συλλέξαμε φαίνεται ότι εξάγονται τουλάχιστον 2,6 εκατομμύρια λίτρα εμφιαλωμένης Ρετσίνας ετησίως. Άλλωστε, οι δύο βασικές ποικιλίες σταφυλιού από τις οποίες παράγεται η Ρετσίνα, δηλαδή το Σαββατιανό και ο Ροδίτης, είναι και οι ποικιλίες με τη μεγαλύτερη έκταση στη χώρα μας. Συγκεκριμένα, το Σαββατιανό καλλιεργείται σε 10.370 εκτάρια και ο Ροδίτης σε 9.060 εκτάρια.

Cavino Group
Η Cavino κατέχει μερίδιο περίπου 15%–16% της ελληνικής οινοποιίας, πραγματοποιώντας κύκλο
εργασιών 58 εκατομμυρίων ευρώ. Η παραγωγή Ρετσίνας, που αποτελεί το 9%–10% αυτής της παραγωγής, διαμορφώθηκε σε 1,6 εκατομμύρια λίτρα Ρετσίνας το 2025. Εξ αυτών, οι εξαγωγές ήταν το 68%.

Οινοποιία Μαλαματίνα
Η εταιρεία έχε β πέντε κωδικούς, εκ των οποίων οι τρεις ανήκουν στην κατηγορία με τις Ρετσίνες Νέας Γενιάς. Συνολικά, στην παραδοσιακή Ρετσίνα παράγονται πάνω από 6,2 εκατομμύρια λίτρα στα brands «Ρετσίνα Μαλαματίνα» και «Ρετσίνα Μάλαμα», ενώ στην premium κατηγορία παράγονται επιπλέον 44.000 φιάλες. Σε εξαγωγές οδεύει το 25% της ετήσιας παραγωγής.

Οινοποιείο Κεχρής
Διαθέτει συνολικά 4 ετικέτες Ρετσίνας. Η μεγαλύτερη παραγωγή αφορά στο Κεχριμπάρι, το οποίο είναι και ο συνδετικός κρίκος με την ιστορία της εταιρείας, ενώ σε μικρότερες παραγωγές διατίθενται οι σύγχρονες Ρετσίνες, όπως, για παράδειγμα, το Δάκρυ του Πεύκου. Η εταιρεία ανέφερε ότι συνολικά παράγει 2 εκ. φιάλες σε όλες τις ετικέτες που διαθέτει στην αγορά, αλλά επέλεξε να μη δώσει αναλυτικά στοιχεία για την παραγωγή που αφορά μόνο στις ετικέτες Ρετσίνας. Από το σύνολο των 11
ετικετών
, το 30% διατίθεται σε αγορές του εξωτερικού.

Οινοποιείο Βρυνιώτης
Το Οινοποιείο Βρυνιώτης, που βρίσκεται στα Γιάλτρα της Αιδηψού, εμφάνισε για πρώτη φορά κρασί με Ρετσίνα το 2022. Σήμερα παράγει ετησίως 4.000 φιάλες και εξάγει το 15% αυτών.

Οινοποιείο Άωτον
Η παραγωγή Ρετσίνας με μία ετικέτα ξεκινά το 2009 και η εμφιάλωση ήταν συνήθως 8.000 φιάλες ετησίως, αλλά τα περασμένα τρία χρόνια η ποσότητα έχει περιοριστεί στο 50% λόγω έλλειψης πρώτης ύλης. Από το σύνολο της παραγωγής, το 70% εξάγεται. Δεδομένου όμως ότι το ποσοστό αυτό ήταν σχεδόν 90% στο παρελθόν, η αλλαγή δείχνει αύξηση της εγχώριας ζήτηση.

Οικογένεια Γεώργα
Η παραγωγή Ρετσίνας έχει ιστορία τριών γενεών, αλλά ως Οικογένεια Γεώργα η πρώτη εμφιαλωμένη Ρετσίνα μπήκε στην αγορά το 1999. Συνολικά, πλέον παράγονται τέσσερις ετικέτες σε ποσότητα από 3.500 έως 5.000 φιάλες και δύο ασκοί. Από το σύνολο της εμφιαλωμένης ποσότητας εξάγεται από 75% έως 80%.

Οινοποιείο Γεωργιάδη
Η παραγωγή Ρετσίνας ξεκινά το 1940 και, μία δεκαετία περίπου αργότερα, ξεκινά η εμφιάλωση. Σήμερα, το οινοποιείο παράγει 3 κωδικούς, οι οποίοι καταναλώνονται κυρίως στην ελληνική αγορά. Η συνολική ποσότητα παραγωγής είναι 560.000 λίτρα ετησίως.

Αμπελώνες Μάρκου
Η παραδοσιακή Ρετσίνα αποτελούσε οικογενειακή παράδοση, καθώς παραγόταν από τον προπάππου της οικογένειας από το 1920. Ωστόσο, η σύγχρονη οινοποίηση και εμφιάλωση Ρετσίνας ξεκίνησε το 2013 με μία ετικέτα. Συνολικά παράγονται 15.000 φιάλες, εκ των οποίων σχεδόν το 50% εξάγεται.

Οινοποιείο Μυλωνάς
Η πρώτη εμφιάλωση Ρετσίνας ξεκίνησε το 2010 και έκτοτε το οινοποιείο παράγει έναν κωδικό. Η παραγωγή φτάνει τις 15.000 φιάλες ετησίως, εκ των οποίων εξάγεται το 80%.

Οινοποιείο Νικολού
Η παράδοση στην παραγωγή Ρετσίνας ξεκινά από το 1881, ωστόσο η εμφιαλωμένη Ρετσίνα ξεκινά να παράγεται το 1983. Σήμερα, το οινοποιείο παράγει τρεις ετικέτες με συνολική παραγωγή 7.000 φιαλών, εκ των οποίων εξάγεται το 40%.

Οινοποιείο Παπαγιαννάκος
Η Ρετσίνα παραγόταν στο οινοποιείο από το 1919. Ωστόσο, για πρώτη φορά εμφιαλώθηκε το 1993 και πλέον διατίθεται στην αγορά με δύο ετικέτες. Συνολικά, το οινοποιείο παράγει 25.000 φιάλες, εκ των οποίων εξάγεται το 80%.

Οινοποιείο Παπαγιάννη
Η παραγωγή Ρετσίνας ξεκίνησε το 2017 με μία ετικέτα και η παραγωγή είναι περίπου 2.000 φιάλες ετησίως, εκ των οποίων το 60% εξάγεται.

Το Πατητήρι
Η παραγωγή Ρετσίνας ξεκίνησε το 1990 με 4 κωδικούς που αφορούν αποκλειστικά ασκό. Συνολικά παράγονται 3.000 λίτρα Ρετσίνα, η οποία καταναλώνεται εγχώρια.

Οινοποιείο Τρουπής
Το 2019, το οινοποιείο που βρίσκεται στη Μαντινεία της Αρκαδίας διέθεσε στην αγορά μία Ρετσίνα από την ποικιλία Ασύρτικο, η οποία παράγεται πλέον σε 4.500 φιάλες. Το 70% αυτής της παραγωγής εξάγεται.

Οινοποιείο Αναστασία Φράγκου
Η παραγωγή Ρετσίνας από το οινοποιείο ξεκίνησε το 2018 με μία ετικέτα και η παραγωγή έχει φτάσει πλέον τις 10.000 φιάλες ετησίως. Από το σύνολο της παραγωγής, οι εξαγωγές είναι το 60%.

Foivos Papastratis
Ο οινοποιός, γνωστός για τα one-off projects του, παρουσίασε μία Ρετσίνα βασισμένη σε σοδειά του 2024, σε συνεργασία με την Ελένη Κεχρή και την 1979Wines. Η παραγωγή ήταν μόλις 1.000 φιάλες και εξ αυτών το 10% διατέθηκε στην αγορά της Κύπρου.

TAGS.

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Με την εγγραφή σας στη λίστα των παραληπτών θα λαμβάνετε το newsletter του grape!

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Νέες Ετικέτες

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Με την εγγραφή σας στη λίστα των παραληπτών θα λαμβάνετε το newsletter του grape!