ΑΧ, ΑΥΤΗ Η COTE DE BEAUNE

Κωνσταντίνα Ψιλιώτη

Έχουμε ακούσει πάρα πολλές ιστορίες για τις κοιλάδες της Βουργουνδίας, έχουμε πλάσει άπειρες εικόνες στο μυαλό μας για το πώς μοιάζει αυτή η αμπελουργική όαση, έχουμε δει άλλες τόσες ταινίες όπου ένα όμορφο ζευγάρι περπατά ανάμεσα στα κλήματα πίνοντας ένα ποτήρι Pinot Noir. Ε, μη μου πείτε πως δεν είναι κάτι τέτοιο άλλωστε η τέλεια σκηνογραφία για ένα ειδυλλιακό πλάνο σε ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Πολλοί την έχουν επισκεφτεί, αρκετοί έχουν δοκιμάσει τα κρασιά της. Μερικοί άλλοι είχαν την ευκαιρία να πάνε ένα μίνι ταξίδι στην Côte de Beaune από την κομψή σάλα του Mr. Vertigo.

Πώς; Μέσω μιας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας γευστικής δοκιμής από το μικρό αλλά πολλά υποσχόμενο οινοποιείο Chandon de Briailles, με συντονίστρια την ίδια, εκ των δύο αδελφών παραγωγών, Claude de Nicolay. Ταπεινή και πρόθυμη να συζητήσει για τα κορυφαία της κρασιά που παράγουν μαζί με τον αδελφό της François de Nicolay, μας άνοιξε την πόρτα στον κόσμο των Premier αλλά και Grand Cru κρασιών.

Το οινοποιείο είναι μια οικογενειακή ιδιοκτησία, στημένη επιβλητικά σαν αρχαίο κλήμα ανάμεσα στους αμπελώνες του Savigny-lès-Beaune από το 1834 έως και σήμερα, μαζί με 14 εκτάρια ιδιόκτητων Pinot Noir και Chardonnay, τις βασίλισσες ποικιλίες της Βουργουνδίας, που απλώνονται στον λόφο του Corton, στο Savigny-lès-Beaune αλλά και στο Pernand-Vergelesses. Παρόλο που το οινοποιείο έχει τόσο μακρά ιστορία, ήταν τη δεκαετία του ’80 όταν η μητέρα της Claude και του François αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Βουργουνδία και να ασχοληθεί με τη φροντίδα των αμπελώνων. Όπως μας ανέφερε η Claude, επρόκειτο για μια πολύ γήινη γυναίκα, που αγαπώντας τόσο τα κλήματα, το ’89 αποφάσισε πως δεν ήθελε να χρησιμοποιεί χημικά σκευάσματα στον αγρό της, οπότε στράφηκε στη βιολογική γεωργία. Για την εποχή ήταν πρωτόγνωρο και να ακολουθείς βιολογικά πρωτόκολλα αλλά και, πόσο μάλλον, να είσαι γυναίκα αμπελουργός. Το πάθος της ήταν και εκείνο που σε δεύτερη φάση ενέπνευσε και την Claude, η οποία ανέλαβε δράση την ίδια χρονιά, νέα και άπειρη, αλλά έτοιμη να ξεκινήσει σπουδές οινολογίας στην περιοχή, παρατώντας τις προηγούμενες.

Αργότερα, όταν και ο François εγκαταστάθηκε στη Βουργουνδία, στήνοντας το δικό τους χημείο μέσα στο οινοποιείο, τα δύο αδέλφια το 2008 στράφηκαν στη βιοδυναμική καλλιέργεια, αποκτώντας την αντίστοιχη πιστοποίηση λίγα χρόνια μετά.

Γυρνώντας στο Mr. Vertigo, και παρά τη δυσκολία που υπήρχε στο άνοιγμα των φιαλών -μιας και οι φυσικοί φελλοί που χρησιμοποιούν, αντί για χημικά λιπαντικά στην επικάλυψη, έχουν μελισσοκέρι- καταφέραμε να γευτούμε το πρώτο κρασί, το Savigny-les-Lavières του ’21. Η χρονιά, όπως μας εκμυστηρεύτηκε η Claude, δεν ήταν η ιδανική για να δικαιολογήσει το βελούδινο αυτό Pinot. Ήταν γενικά μια κρύα χρονιά, πράγμα που εμπόδισε την καλή ωρίμανση των σταφυλιών, αλλά εκτός αυτού ο ανοιξιάτικος παγετός προκάλεσε αρκετές ζημιές που κλήθηκαν να επωμιστούν. Το έδαφος απ’ όπου προήλθε ο πρώτος οίνος της παρουσίασης συνδύαζε τόσο άργιλο στα πρώτα εκατοστά της επιφάνειας όσο και ασβεστόλιθο ακριβώς από κάτω, ενώ ο προσανατολισμός ήταν νότιος.

Το επόμενο που δοκιμάσαμε ήταν το Savigny-lès-Beaune Aux Fournaux του 2022. Εδώ, οι ρίζες των αμπελιών είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους σε άργιλο, πολύ βαθύτερες, με ανατολικό προσανατολισμό γραμμών. Το ενδιαφέρον σε αυτή την οινική υπόθεση είναι πως, παρά το γεγονός ότι ολόκληρο το αμπελοτόπι φύεται στην αρχή του λόφου, το χαμηλότερο μέρος είναι στην κατηγορία Village, ενώ το υψηλότερο είναι στην κατηγορία Premier Cru. Συνήθιζαν να το οινοποιούν ξεχωριστά, παίρνοντας ένα μέτριο Village και ένα μέτριο Premier Cru. Το 2018 είδαν ότι, οινοποιώντας τα μαζί, δημιουργείται ένα πολύ πιο ενδιαφέρον κρασί, οπότε συνέχισαν έτσι, παρόλο που έχασαν την ένδειξη. Για την Claude, το 2022 ήταν η ιδανική και αγαπημένη της χρονιά, επιτρέποντας στο σταφύλι να ωριμάσει με την ησυχία του, χωρίς βιασύνες, κρύα ή κακουχίες.

Το τρίτο κρασί βάσταγε από τον ίδιο λόφο, αλλά λίγο πιο ψηλά υψομετρικά, με τον ίδιο προσανατολισμό επίσης. Ήταν το Île des Vergelesses του 2022, ένα Premier Cru κρασί. Εδώ, το έδαφος διακρίνεται κυρίως από ασβεστόλιθο, ενώ είναι πολύ φτωχότερο σε θρεπτικά στοιχεία από το προηγούμενο αμπελοτόπι. Οι ρίζες του χρειάζεται να σκληραγωγηθούν πολύ για να αποκτήσουν βάθος και να βρουν τα κατάλληλα εφόδια για να συντηρήσουν το υπέργειο τμήμα τους και αυτό είναι που τις κάνει όλο και βαθύτερες.

Ε, και μετά ήρθε το Grand Cru. Το Corton Bressandes του 2020, από τον ομώνυμο λόφο του Corton, που μας συνεπήρε όλους. Τα αμπέλια απ’ όπου προέρχεται είναι ηλικίας 40-50 ετών κατά μέσο όρο, ριζώνουν σε έδαφος αργίλου και ασβεστόλιθου και φέρνουν πάντα στον ουρανίσκο αρώματα από κεράσι και μεταξένιες τανίνες, πολύ ευγενικές στο στόμα και άρτια ισορροπημένες.

Η Claude, στις παρουσιάσεις των οίνων, σερβίρει τα λευκά τους κρασιά στο τέλος, γιατί δεν θεωρεί τον εαυτό της παραγωγό λευκών, αλλά το βλέπει περισσότερο σαν χόμπι. Τα λευκά που δοκιμάσαμε ήταν το Savigny-lès-Beaune Les Saucours του 2022 και το αντίστοιχο Île des Vergelesses. Ε, τι να πει κανείς… φανταστείτε να το έβλεπαν και επαγγελματικά…

TAGS.

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Με την εγγραφή σας στη λίστα των παραληπτών θα λαμβάνετε το newsletter του grape!

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Νέες Ετικέτες

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Με την εγγραφή σας στη λίστα των παραληπτών θα λαμβάνετε το newsletter του grape!