ΛΕΣΒΟΣ ΚΑΙ ΛΗΜΝΟΣ

Ταξιδέψαμε στη Λήμνο τον Ιούνιο και στη Λέσβο τον Αύγουστο, δοκιμάσαμε πολλά υπέροχα ούζα και κρασιά και ήρθαμε σε επαφή με τους ανθρώπους, τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιών, την ιστορία τους, το μέλλον, τις προοπτικές τους. Επιστρέφοντας πίσω, μας έμεινε μια γλυκιά ανάμνηση αλλά και λέξεις όπως αυθεντικότητα, ιδιαιτερότητα, απέραντο φυσικό κάλλος και υποσχέσεις για το μέλλον.

Όταν μιλάει κανείς για τη Λέσβο, μία εικόνα έρχεται στον νου. Τραπέζια γεμάτα απίθανους μεζέδες και γύρω παρέες να απολαμβάνουν τα υπέροχα μυτιληνιά ούζα, αναπόσπαστο μέρος της παράδοσης του νησιού. Το ούζο έχει την τέχνη του, όχι μόνο στην παραγωγή του, αλλά κυρίως στην κατανάλωσή του, την περίφημη «ουζοκατάνυξη».

Όμως, το υπέροχο αυτό νησί του Βορείου Αιγαίου κρύβει κι άλλα μυστικά. Μαζί με τη γειτονική του Λήμνο έχουν στο παρελθόν υπάρξει σημαντικές οινοπαραγωγικές περιοχές, που σιγά σιγά αναβιώνουν, χαρίζοντας κρασιά αξιώσεων και βάζοντας το Βόρειο Αιγαίο στον σύγχρονο οινικό χάρτη της Ελλάδας. Τα νησιά του Βορείου Αιγαίου πριν από την οθωμανική κατοχή και τη φυλλοξήρα υπήρξαν πασίγνωστα ως τόποι παραγωγής, πολλές φορές αποκλειστικά, ερυθρών κρασιών και όχι λευκών. Οι ποικιλίες που παραδοσιακά καλλιεργούνταν ήταν κυρίως ερυθρές: η Σάμος είχε το Φωκιανό, η Λήμνος το Καλαμπάκι (γνωστό εκτός νησιού ως Λημνιό), η Λέσβος το Λημνιό και το Χιδηριώτικο, η Χίος παρήγε τον πασίγνωστο ερυθρό Αριούσιο Οίνο και η Ικαρία τον ερυθρό Πράμνειο Οίνο, ίσως τον πρώτο ΠΟΠ της ιστορίας.

Για διάφορους ιστορικούς λόγους, τα στιλ, οι ποικιλίες, τα γούστα και οι αγορές άλλαξαν και έτσι σήμερα τα Μοσχάτα (λευκό και Αλεξανδρείας) κυριαρχούν, μαζί με ένα παράλληλο ρεύμα αναβίωσης ξεχασμένων τοπικών ποικιλιών. Εμπνευσμένοι παραγωγοί, ρομαντικοί αμπελουργοί και παιχνιδιάρηδες οινολόγοι, όλοι μαζί μπολιάζουν την επιστήμη και την τέχνη τους με την αγάπη για τον τόπο τους. Επιλέξαμε τη Λήμνο και τη Λέσβο, μαζί με έναν ενδεικτικό παραγωγό από το κάθε νησί, για να διηγηθούμε το σήμερα των οινικών αυτών τόπων.

ΛΕΣΒΟΣ

Δεν είναι εύκολο να περιγράψει κανείς τη Λέσβο γενικεύοντας· το πανέμορφο «πλατανόφυλλο» του Οδυσσέα Ελύτη απολαμβάνει ανεπανάληπτη ποικιλομορφία και παραλλακτικότητα απ’ άκρη σ’ άκρη. Η Λέσβος είναι το τρίτο μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας μετά την Κρήτη και την Εύβοια και χαρακτηρίζεται πρωτίστως από δύο μεγάλους, κλειστούς θαλάσσιους κόλπους, τον Κόλπο της Καλλονής και τον Κόλπο της Γέρας. Οι δύο κόλποι με τα ζεστά νερά τους αποτελούν καταφύγιο ψαριών –όπως η διάσημη σαρδέλα (παπαλίνα)– αλλά και αποδημητικών πουλιών, ώστε σήμερα να χαρακτηρίζονται ως προστατευμένοι υγροβιότοποι. Η νότια Λέσβος, με τους απέραντους ελαιώνες της αλλά και τη βιομηχανία ούζου που έχει αναπτυχθεί γύρω από το Πλωμάρι, είναι πασίγνωστη για το ξηροθερμικό, μεσογειακό κλίμα της, ενώ το βόρειο τμήμα της, με επίκεντρο τον Μόλυβο, αποτελεί το πιο τουριστικό κομμάτι του νησιού. Τέλος, το απόκοσμο, σεληνιακό τοπίο της δυτικής Λέσβου είναι πασίγνωστο για το απολιθωμένο δάσος στο Σίγρι και τα ηφαιστειακά του πετρώματα. Εδώ κυρίως φιλοξενείται η οργανωμένη –αν και ακόμα λιλιπούτεια– οινοπαραγωγή του νησιού, γύρω από το χωριό Χίδηρα.

Χιδηριώτικο

Αν και στη Λέσβο καλλιεργούνται διάσπαρτα οι λευκές ποικιλίες Αθήρι, Ασύρτικο και Σαββατιανό και οι ερυθρές Μανδηλαριά, Φωκιανό και Χιδηριώτικο, η τελευταία φαίνεται να αποτελεί την πιο πολυδύναμη και πολυδιάστατη ποικιλία του νησιού.

Στα Χίδηρα την αποκαλούν Χιδηριώτικο, ενώ στην Καλλονή την ονομάζουν Καλλονιάτικο, με τον κάθε τόπο να οικειοποιείται το σταφύλι που είναι γνωστό τοπικά και απλώς ως «κρασοστάφυλο». Πρόκειται για την ίδια σκουρόχρωμη ποικιλία, η φυσική αποστολή της οποίας είναι η παραγωγή ερυθρού κρασιού με ελαφρύ χαρακτήρα, δροσιά και ανυπέρβλητη φινέτσα. Η παραγωγή λευκού κρασιού σε μια Blanc de Noir οινοποίηση με γρήγορη απομάκρυνση των βαφικών στεμφύλων από τον μούστο αποτελεί μάλλον νεολογισμό, παρ’ όλα αυτά η εκδοχή αυτή της ποικιλίας χαρίζει επίσης κρασιά με έντονο χαρακτήρα.

Terroir

Το Χιδηριώτικο φτάνει στην ύψιστη έκφρασή του όταν καλλιεργείται στα αμπελοτόπια της δυτικής Λέσβου, πάνω σε ένα μείγμα ηφαιστειακών εδαφών με κομμάτια από κρυστάλλους γύψου, θειικό χαλκό (γαλαζόπετρα) και θειάφι. Η κοιλάδα ανάμεσα στα χωριά Χίδηρα και Βατούσα είναι ουσιαστικά ο κρατήρας του ηφαιστείου που εξερράγη πριν από 20 εκατομμύρια χρόνια, δημιουργώντας το απολιθωμένο δάσος της Λέσβου, ένα από τα δύο μεγαλύτερα απολιθωμένα δάση στον κόσμο. Η φυσική φυτοπροστασία κάνει τη βιολογική καλλιέργεια εύκολη, ενώ τα σπάνια αυτά εδάφη χαρίζουν στα κρασιά χαρακτηριστική ορυκτότητα και φινέτσα.

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΜΕΘΥΜΝΑΙΟΣ

Ένα πρωινό Τετάρτης του Αυγούστου και με τον τρύγο προ των πυλών, επισκεφτήκαμε το Οινοποιείο Μεθυμναίος στο χωριό Χίδηρα της Λέσβου, μετά από περίπου μιάμιση ώρα οδήγησης από την πόλη της Μυτιλήνης. Εκεί μας υποδέχθηκε ο ιδιοκτήτης Γιάννης Λάμπρου, ο οποίος ξετύλιξε το νήμα της ιστορίας του Μεθυμναίου. Ο Γιάννης Λάμπρου γεννήθηκε το 1976 και μεγάλωσε στην Αθήνα.

Ο Γιάννης Λάμπρου στα αμπέλια του Κτήματος στη Λέσβο.

Ο πατέρας του, Δημήτρης Λάμπρου, φιλόλογος, εκδότης και δημοσιογράφος, καταγόταν από τα Χίδηρα και έφυγε σε νεαρή ηλικία για την Αθήνα, όπου γνώρισε τη σύζυγό του Καίτη Λάμπρου, γιατρό με καταγωγή από την Αθήνα. Ο Γιάννης θυμάται πολύ ζωηρά τα καλοκαίρια που η οικογένειά του ερχόταν για διακοπές στη Λέσβο, τη δεκαετία του 1980. Ανήσυχο πνεύμα ο Δημήτρης Λάμπρου, μελετώντας για την ιστορία της Λέσβου στα βάθη των αιώνων, ανακάλυψε ότι το νησί είχε στο παρελθόν πλούσια οινοποιητική παράδοση και ιστορία, η οποία ανακόπηκε βίαια από μια ροή ιστορικών γεγονότων που δημιουργούσαν συνεχώς αιτίες παρακμής του ιστορικού αμπελώνα.

Οθωμανική κυριαρχία, επέκταση της φυλλοξήρας μεταξύ 1892 και 1908 και ταυτόχρονη άνθηση της βιομηχανίας ούζου, όλα συντέλεσαν στη συρρίκνωση της αμπελοκαλλιέργειας και της σημασίας της οινοπαραγωγής, η οποία πλέον περιορίστηκε σε ερασιτεχνικές προσπάθειες μικρής κλίμακας. Κάπως έτσι, οι έννοιες κρασί και Λέσβος παρέμειναν για αρκετές δεκαετίες ασύνδετες. Ο Δημήτρης Λάμπρου έπρεπε να ψάξει επίμονα για να βρει διάσπαρτα κάποια διασωθέντα κλήματα της τοπικής ερυθρής ποικιλίας που οι ντόπιοι ονόμαζαν «Χιδηριώτικο» στις αυλές και στις πέργκολες των συγχωριανών του. Όταν βρήκε τα κλήματα, φρόντισε να τα πολλαπλασιάσει σε φυτώριο της Πελοποννήσου και να φυτέψει το 1985 στα Χίδηρα τον πρώτο οργανωμένο αμπελώνα της περιοχής, αρχικής έκτασης δύο στρεμμάτων. Αυτόν τον επιβλητικό, πανέμορφο αμπελώνα που αναπτύσσεται σε αναβαθμίδες επισκεφτήκαμε εκείνη τη μέρα· έναν αμπελώνα που σήμερα καλύπτει 10 στρέμματα, σε υψόμετρο 200-220 μ.

Το 1994 άρχισε να χτίζεται το οινοποιείο, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1997. Δύο χρόνια αργότερα, το 1999, κυκλοφόρησε το πρώτο κρασί, ο ερυθρός Μεθυμναίος εσοδείας 1997, το πρώτο εμφιαλωμένο κρασί στην ιστορία του νησιού, σύμφωνα με τον Γιάννη Λάμπρου. Από το 2000 και έπειτα, η οικογένεια άρχισε να παρέχει κλήματα στους ντόπιους προς καλλιέργεια και η αμπελοκαλλιέργεια άρχισε πάλι να αναπτύσσεται. Ο Γιάννης Λάμπρου, που ανέλαβε από νωρίς τις τύχες του οινοποιείου τελειώνοντας τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις το 2002, μαζί με την οινοποίηση σταφυλιών από τον ιδιόκτητο αμπελώνα ξεκίνησε να χρησιμοποιεί επίσης την παραγωγή των συνεργαζόμενων καλλιεργητών, αξιοποιώντας επιπλέον σταφύλια 25 στρεμμάτων.

Η τοπική αγορά της Λέσβου ζητούσε ένα λευκό κρασί και έτσι το 2007 κυκλοφόρησε ο λευκός Μεθυμναίος από Blanc de Noir οινοποίηση του Χιδηριώτικου, ενώ το 2010 προέκυψε από λάθος η οινοποίηση του πρώτου Μεθυμναίου Orange. Ένα «λάθος» που γέννησε το πρώτο σε δημοφιλία και πωλήσεις κρασί του οινοποιείου, το οποίο ταυτόχρονα άνοιξε την πόρτα προς τις εξαγωγές. Σήμερα η παραγωγή έχει φτάσει σταδιακά τις 15.000 φιάλες ετησίως, με το 70% αυτής της ποσότητας να κατευθύνεται προς νευραλγικές αγορές του εξωτερικού: Ιαπωνία, Κίνα, Ρωσία, Γαλλία, Καναδά, ΗΠΑ, Ελβετία, Γερμανία και Αγγλία.

Τα κρασιά

Η εξαιρετική δουλειά του οινοποιείου αλλά και το επιβλητικό terroir της δυτικής Λέσβου αποτυπώνονται και στα τρία κρασιά, με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο, αλλά με παρόντα πάντα στο ποτήρι την ένταση, το βάθος και την ισορροπία. Το λευκό Methymnaeos Chidiriotiko παράγεται σε Βlanc de Νoir οινοποίηση του Χιδηριώτικου σε ανοξείδωτες δεξαμενές. Προκύπτει έτσι ένα γαστρονομικό κρασί με συγκρατημένη εκφραστικότητα και φινετσάτα αρώματα από λευκά ροδάκινα, αχλάδι, νυχτολούλουδο και ορυκτό αλάτι. Τονισμένη οξύτητα στο στόμα, με μέτριο σώμα, μέτριο αλκοόλ 13% και εντυπωσιακά μακρά επίγευση, στοιχείο που αποτελεί την πιο ξεχωριστή αρετή αυτού του σπάνιου κρασιού.

Δοκιμάζοντας τα κρασιά του Κτήματος με τον Γιάννη Λάμπρου.

Παρόλο που ο όρος «Orange Wine» χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει λευκά κρασιά που έχουν οινοποιηθεί με τα –επίσης λευκά– στέμφυλά τους, το Οινοποιείο Μεθυμναίος παράγει το κρασί που ονομάζει Methymnaeos Orange Chidiriotiko χωρίς καθόλου επαφή με τα στέμφυλα. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα λευκό, Βlanc de Νoir κρασί το οποίο έχει ζυμωθεί χωρίς έλεγχο θερμοκρασίας μαζί με τις οινολάσπες, αποκτώντας ένα σχετικά πιο βαθύ χρώμα, πληθωρικότητα και εκφραστικότητα σε σχέση με το κλασικό Methymnaeos λευκό. Το κρασί σήμερα καλύπτει το 55% της συνολικής παραγωγής, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί την εξαγωγική σημαία του οινοποιείου. Αυτό που διαθέτει το κρασί, αντίθετα με τα περισσότερα κλασικά πορτοκαλί κρασιά, είναι κομψότητα, που εκφράζεται με πολύ απαλό χάλκινο χρώμα και αρώματα από φλούδες πορτοκαλιού, ζελέ κυδωνιού, γλυκό περγαμόντο και chutney αχλαδιού. Στο στόμα η τονισμένη οξύτητα, το μέτριο σώμα, το μέτριο αλκοόλ 13,5% και η μακρά επίγευση δημιουργούν ιδανική ισορροπία, ενώ τα umami αρώματα του ψητού σολομού και του αλατιού το καθιστούν ιδανικό συνοδό ασιατικών γεύσεων.

Στα ποτήρια μας βρέθηκε και ο ερυθρός Methymnaeos red, το πρώτο κρασί του οινοποιείου. Δοκιμάζοντας ένα τόσο άρτιο, φινετσάτο ερυθρό κρασί με την καθαρότητα φρούτου και την ισορροπία του ερυθρού Μεθυμναίου, ευχήθηκα η παραγωγή του να καταλάμβανε πολύ παραπάνω από το ένα τέταρτο της συνολικής ποσότητας του οινοποιείου. Δεν αμφισβητώ φυσικά την εμπορική επιτυχία του λευκού και του orange Μεθυμναίου, αλλά θεωρώ ότι ο ερυθρός Μεθυμναίος είναι μακράν το πιο εντυπωσιακό κρασί του οινοποιείου των Χιδήρων. Μια πανδαισία αρωμάτων από κόκκινα φρούτα, κεράσια, αρώματα βιολέτας, βρεγμένο δάσος, φρούτα του δάσους και φύλλα ευκαλύπτου δημιουργούν ένα προφίλ Pinot Noir Νέου Κόσμου· θελκτικό, σαγηνευτικό και αιθέριο. Στο στόμα έχει τονισμένη οξύτητα, συγκρατημένο αλκοόλ 12,5%, μέτριο όγκο, ραφιναρισμένες τανίνες και μακρά, ευχάριστη επίγευση.

Θεωρώ ότι η επιτυχία του Μεθυμναίου οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στον ίδιο τον Γιάννη Λάμπρου, ο οποίος αγκάλιασε το όραμα του πατέρα του, το έκανε δικό του και το μπόλιασε με τη λογική της εξωστρέφειας και της ανάπτυξης. Εκείνος έθεσε και τον ποιοτικό πήχη της πρώτης ύλης, θέτοντας τρεις απαράβατες αρχές για τα σταφύλια που αγοράζει από τρίτους: το οινοποιείο αγοράζει αποκλειστικά σταφύλια της ποικιλίας Χιδηριώτικο, θέτει ως προϋπόθεση η πρώτη ύλη να είναι πιστοποιημένα βιολογική, ενώ πρέπει επίσης να προέρχεται από εδάφη της δυτικής Λέσβου.

ΛΗΜΝΟΣ

Το νησί της Λήμνου στο Βόρειο Αιγαίο αποτελεί μέρος του ηφαιστειακού τόξου του Αιγαίου Πελάγους.

Από την αρχαιότητα ακόμα είναι γνωστή η Λήμνος τόσο για τα σιτηρά της, καθώς αποτελούσε τον σιτοβολώνα της αρχαίας Αθήνας, όσο και για τα αμπέλια και το κρασί της. Στη Λήμνο καλλιεργούνται περίπου 5.000 στρέμματα αμπελώνων, εκ των οποίων το 90-95% καλύπτονται από το λευκό Μοσχάτο Αλεξανδρείας, ενώ η υπόλοιπη έκταση είναι φυτεμένη κυρίως με την αρχαία ελληνική ερυθρή ποικιλία Λημνιό. Το terroir της Λήμνου καθορίζεται από συγκεκριμένα κλιματικά και γεωλογικά δεδομένα με βασικό το χαμηλό ανάγλυφο και την απουσία βουνών και δασών. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιήγησής μας συναντούσαμε αβαθείς κοιλάδες, που συντελούν στην ανεμπόδιστη κυκλοφορία του αέρα, στον φυσικό αερισμό και στην απουσία ασθενειών που θέτει τη βιολογική καλλιέργεια πολύ εύκολα εφαρμόσιμη στη Λήμνο. Για τον ίδιο λόγο, η οινοποίηση χωρίς ή με ελάχιστη χρήση θειώδους είναι εφικτή, χωρίς να διακινδυνεύουν η ποιότητα και η σταθερότητα των κρασιών, γεγονός που συντέλεσε στην αύξηση της παραγωγής κρασιών ήπιων παρεμβάσεων του νησιού. Τα ηφαιστειακά εδάφη και η ποικιλία επιφανειακών εδαφών παίζουν τον δικό τους ρόλο, ενώ το Μοσχάτο Αλεξανδρείας αποτελεί τον, σχεδόν, απόλυτο πρωταγωνιστή.

Μοσχάτο Αλεξανδρείας

Το Μοσχάτο Αλεξανδρείας με καταγωγή από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου έφτασε στη Λήμνο στις αρχές του 20ού αιώνα από τους Λημνιούς της Αιγύπτου, μαζί με τα πλούτη και τις ιδέες που απέκτησαν στην Αίγυπτο. Εξάλλου το «άγγιγμα της Αιγύπτου» στη Λήμνο πέραν των κρασιών, αποτυπώνεται το ίδιο χαρακτηριστικά στην αρχιτεκτονική των επιβλητικών αρχοντικών του νησιού. Αν και μέχρι το 1950 η πιο διαδεδομένη ποικιλία του νησιού ήταν η ερυθρή ποικιλία Λημνιό, τοπικά γνωστό ως Καλαμπάκι, το Μοσχάτο Αλεξανδρείας σταδιακά απέδειξε το ιδανικό του εγκλιματισμό με τις ξηροθερμικές συνθήκες και τα ηφαιστειακά εδάφη της Λήμνου. Όντας μια ποικιλία με αντοχή στη ζέστη, στα ξηρά κλήματα και στην έλλειψη νερού, τα τελευταία 70 χρόνια αποτελεί με διαφορά την πιο διαδεδομένη ποικιλία σταφυλιού στο νησί.

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΓΚΑΡΑΛΗ
Ο χαμογελαστός και φιλόξενος Μανώλης Γκαράλης.

Είχα τη χαρά να γνωρίσω από κοντά τον Μανώλη Γκαράλη και τη σύζυγό του Μαρία Μαρκάκη, οι οποίοι με υποδέχτηκαν στο νησί τους ζεστά και φιλόξενα. Έμαθα πολλά κοντά τους και το σημειωματάριό μου γέμισε, με την «ανάκριση» να ξεκινά σε ένα καφέ στο όμορφο και γραφικό λιμάνι της Μύρινας με θέα το Κάστρο, συνεχίστηκε το βράδυ στο υπέροχο εστιατόριο Ριζά και ολοκληρώθηκε την επόμενη μέρα στους αμπελώνες και στο οινοποιείο.

Η οικογένεια Γκαράλη υπήρξε πρώτα αμπελουργική και κατόπιν οινοποιητική. Οι οικογένειες καταγωγής τόσο του Μανώλη όσο και της Μαρίας καλλιέργησαν τη γη και το αμπέλι της Λήμνου για πάνω από έναν αιώνα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, οι κάτοικοι

του Ρεΐς-Ντερέ της Μικράς Ασίας, ανάμεσά τους και οι πρόγονοι των οικογενειών Γκαράλη και Μαρκάκη, εγκαταστάθηκαν στον Άγιο Δημήτριο Λήμνου, το αμπελουργικό κέντρο γύρω από το οποίο συγκεντρώνεται το 60% των αμπελώνων του νησιού. Το χωριό του Αγίου Δημητρίου αποτελεί προσφυγικό προορισμό και τόπο εγκατάστασης της ξεριζωμένης ελληνικής κοινότητας του Ρεΐς-Ντερέ. Η Λήμνος αγκάλιασε τους πρόσφυγες και τους έδωσε γη και ευκαιρίες. Μεταξύ άλλων αγροτικών εργασιών και κτηνοτροφίας, οι δύο οικογένειες ξεκίνησαν να καλλιεργούν τους αμπελώνες τους φτιάχνοντας το δικό τους κρασί για τις ανάγκες της οικογένειας. Από το 1984 και έπειτα, ξεκίνησαν να διοχετεύουν τα σταφύλια τους στον συνεταιρισμό της Λήμνου.

Το Οινοποιείο Γκαράλη είναι το έργο ζωής του Μανώλη και της Μαρίας οι οποίοι περίπου το 2000 ονειρεύτηκαν την παραγωγή του δικού τους κρασιού. Επτά χρόνια αργότερα, το 2007, πραγματοποιήθηκε ο πρώτος τρύγος στο νέο τους, ιδιόκτητο οινοποιείο στην αγροτική περιοχή «Κουρούνι» του Αγίου Δημητρίου Λήμνου. Τα επόμενα δέκα χρόνια, η οικογένεια αφιερώθηκε στην απόκτηση τεχνογνωσίας όπως και –ακόμα σημαντικότερα– οινικής ταυτότητας. Μετά από παρότρυνση του εισαγωγέα τους από τις ΗΠΑ, το έτος 2017 το Οινοποιείο Γκαράλη δημιούργησε το πρώτο του κρασί ήπιων παρεμβάσεων από Μοσχάτο Αλεξανδρείας, με το όνομα «Terra Ambera». Το κρασί ταξίδεψε στο Chicago και σε μια στιγμή τύχης βρέθηκε στο ποτήρι του Eric Asimov, των New York Times. Λίγο καιρό αργότερα, το Terra Ambera παρουσιάστηκε στους NYT ως επιλογή μεταξύ 20 ελληνικών κρασιών και το οινοποιείο ξεκίνησε να δέχεται τηλεφωνήματα εμπόρων και δημοσιογράφων –κυρίως του εξωτερικού– που ήθελαν να δοκιμάσουν και να αγοράσουν τα κρασιά του οινοποιείου. Και παρότι δεν υπήρχε κρασί, καθώς το Terra Ambera ήταν ακόμα ένα πείραμα, το νερό είχε μπει τελικά στο αυλάκι.

Στα αμπέλια του Κτήματος.

Η παραγωγή του Terra Ambera σταδιακά έφτασε τις 25.000 φιάλες και η συνολική παραγωγή τις 70.000 φιάλες, εκ των οποίων οι 40.000 αντιστοιχούν σε κρασιά ήπιας οινοποίησης. Η αγορά αγάπησε και αγκάλιασε τα κρασιά του Οινοποιείου Γκαράλη τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα. Σήμερα το 60% των κρασιών του Οινοποιείου Γκαράλη εξάγεται στις ΗΠΑ, το 30% καταναλώνεται στην Ελλάδα και το 10% σε χώρες όπως Γερμανία, Αυστρία, Βέλγιο, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς και Tαϊβάν. Κρασιά ήπιων παρεμβάσεων αλλά και συμβατικά, κρασιά λευκά αλλά και πορτοκαλί με εκτεταμένο skin contact, κρασιά ροζέ αλλά και κόκκινα, όπως επίσης και δύο εκδοχές ρητινίτη οίνου υψηλών αξιώσεων δίνουν το στίγμα του παρόντος, ενώ παράλληλα σηματοδοτούν το μέλλον. Αιχμή του δόρατος αποτελεί η σειρά Terra: το λευκό Terra Ambera, τα πορτοκαλί Terra Ambera Deep Skin και Terra Ambera Amphora και το ροζέ Terra Roza.

Το Terra Ambera είναι ένα γήινο και λιπαρό κρασί, γεμάτο πλούτο και χαρακτήρα. Το Terra Ambera Deep Skin με αρώματα από αποξηραμένα βερίκοκα, κιτρινόσαρκο ροδάκινο, μούσμουλα, κυδώνι, μανιτάρι Portobello και ξανθή σταφίδα έχει πλούτο, χαρακτήρα και συμπύκνωση. Το Terra Ambera Amphora είναι υπέροχα εκφραστικό, με αρώματα από φλούδες πορτοκαλιού, ζελέ κυδώνι, λιβάνι, φασκόμηλο, τσάι του βουνού και potpourri λουλουδιών αλλά και τανική δομή που φέρνει στο ποτήρι ένταση και πληθωρικότητα. Η Terra Roza είναι ένα διαφορετικό ροζέ, με 95% Μοσχάτο Αλεξανδρείας και 5% Λημνιό και έναν umami χαρακτήρα με τα χαρακτηριστικά αρώματα του φιλέτου σολομού και της soy sauce. Η ποικιλία Λημνιό προσφέρεται σε τρεις ερυθρές εκδοχές: Limnio Short Skin, Limnio Garalis και Limnio of Lemnos, ενώ οι φίλοι των συμβατικών οινοποιήσεων θα απολαύσουν σίγουρα το λευκό Muscat Garalis, το ροζέ Roseus και το γλυκό Salome. Την παράσταση πάντως για μένα έκλεψαν οι δύο ρετσίνες.

Η κλασική λευκή ρετσίνα με ελκυστικά αρώματα από μαστίχα, μέντα, μαχλέπι, πευκοδάσος και πράσινο μήλο, την τονισμένη οξύτητα, το μέτριο σώμα και την εξαιρετική ισορροπία προσφέρει ταυτόχρονα τυπικότητα, ένταση, δροσιά και πληθωρικότητα. Η δε ροζέ Ρετσίνα, ένα κρασί χαμηλών παρεμβάσεων, ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή, με έναν μοναδικό συνδυασμό αρωμάτων που συνδυάζει τα κόκκινα φρούτα, το κυδώνι, τα κόκκινα κεράσια και τη σάλτσα σόγιας με τη μέντα, τη ρητίνη και το μαχλέπι. Τονισμένη οξύτητα, ελαφρές τανίνες, συγκρατημένο αλκοόλ, γεμάτος όγκος και μακρά επίγευση. Ένα μοναδικό κρασί που φέρνει στο ίδιο ποτήρι τη λαϊκή γεύση της ρετσίνας με τον αλμυρό umami χαρακτήρα, δίνοντας ένα πρωτότυπο κρασί φυσικής οινοποίησης.

Το ούζο της Λέσβου

Παλιά χαρακτηριστική διαφήμιση του ούζου Ματίς.

Δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε, έστω και συνοπτικά, στο ούζο, το εθνικό ποτό των Ελλήνων, που συνδέεται αναπόσπαστα με τη Λέσβο, την κουλτούρα και την ιστορία του νησιού. Η τεχνική της απόσταξης μας έρχεται τόσο από τη Μικρά Ασία όσο και από τον Εύξεινο Πόντο, όπου πριν από 200 χρόνια φτιάχνονταν οι καλύτεροι χάλκινοι άμβυκες, με τους Έλληνες του Πόντου να ήταν οι καλύτεροι χαλκουργοί της εποχής. Με τον ξεριζωμό ήρθαν στην Ελλάδα, φέρνοντας μαζί τους την τέχνη τους.

Για την παραγωγή του ούζου τοποθετείται αλκοόλη γεωργικής προέλευσης μέσα στον αποστακτήρα και προστίθενται γλυκάνισος, μάραθος και άλλα αρωματικά φυτά, σπόροι, μπαχαρικά και βότανα, ενώ αρκετοί παραγωγοί προσθέτουν αλάτι από τις αλυκές της Καλλονής και μαστίχα από τη Χίο. Με αυτόν τον τρόπο η αρωματικά ουδέτερη αλκοόλη αρωματίζεται και αποκτά χαρακτήρα. Κατόπιν το διάλυμα τοποθετείται στους αποστακτήρες και η θερμοκρασία ανεβαίνει περίπου στους 80°C, θερμοκρασία στην οποία η αλκοόλη εξατμίζεται. Οι αρωματισμένοι ατμοί ψύχονται και υγροποιούνται και η πρώτη απόσταξη είναι έτοιμη. Το νερό, που ως γνωστόν βράζει στους 100°C, μένει πίσω και απομακρύνεται. Ακολουθεί η δεύτερη απόσταξη και στο τέλος η αραίωση με νερό μέχρι το αλκοόλ να ρυθμιστεί, συνήθως στο 40%.

Ουζοκατάνυξη. Αν ζητήσει κάποιος στη Λέσβο μαχαίρι για να κόψει τον μεζέ του ούζου, η απάντηση που θα παρει είναι: «Δεν βάζουν μαχαίρια πάνω στο τραπέζι όταν πίνουν ούζο!». Αυτόν τον σημαντικό κανόνα ακολουθεί μία σειρά μικρών μυστικών, αφού η «ουζοκατάνυξη» δεν είναι τυχαίος όρος. Αχινοί, πετροσωλήνες, αχηβάδες, χιώτικο μαστέλο ή ταλαγάνι Μεσσηνίας, παστουρμάς, σαρδέλες, βολβοί, καππαρόφυλλα, ακόμα και ψητές ελιές «παντρεύονται» με τα αρώματα του ούζου. Μικρά πιάτα, μικρές μπουκιές, μικρές γουλιές γίνονται αφορμή για ιστορίες γύρω από το ίδιο τραπέζι, στο οποίο ο χρόνος κυλάει αργά. Αλίμονο, εξάλλου, σε όποιον αποφασίσει ότι το ούζο κατεβαίνει γρήγορα.

ΣΕΡΒΙΡΙΣΜΑ

Iδανικά είναι τα μικρά κωνικά ποτήρια, τα περίφημα κανόνια. Βάζουμε αργά το ούζο στο ποτήρι και προσθέτουμε δροσερό ή κρύο νερό. Οι γνώστες μένουν εκεί, μπορείτε όμως και να συνεχίσετε. Προσοχή! Αν ρίξετε απευθείας τον πάγο στο ούζο, τότε θα σχηματιστούν οι μικρές γνωστές λευκές νιφάδες λόγω του γλυκάνισου. Επίσης, δεν σερβίρουμε το επόμενο ούζο αν δεν έχει τελειώσει αυτό που έχουμε στο ποτήρι ήδη, γιατί με αυτόν τον τρόπο κρατάμε τη δοσολογία σταθερή.

Οι παραγωγοί του ούζου βρίσκονται διάσπαρτοι στο νησί. Στο Πλωμάρι της νότιας Λέσβου, όπου συγκεντρώνονται οι περισσότερες ποτοποιίες, βρίσκουμε την Ποτοποιία Πλωμαρίου Ισιδώρου Αρβανίτου, την Ποτοποιία Βαρβαγιάννη, την Ποτοποιία Πιτσιλαδή και την Ποτοποιία Γιαννατσή. Στην πόλη της Μυτιλήνης βρίσκουμε την ΕΠΟΜ με το ούζο Μίνι, την Ποτοποιία Σπέντζα με το ούζο Veto και την Ποτοποιία Ματθαίου με το ούζο Matis. Στη Μόρια βρίσκεται η οικογένεια Μπουχλή που παράγει το ούζο Σμυρνιώ, στον Παπάδο η Ποτοποιία Σαμαρά, ενώ το ούζο Ματαρέλλη, με καταγωγή από το Λισβόρι, πλέον παράγεται στο Πλωμάρι.

 

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.

ΜΑΘΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ