GIACOMO CONTERNO

Πηνελόπη Κατσάτου

«Δεν είμαι wine expert ούτε κανένας δυναμικός επιχειρηματίας. Απλώς απολαμβάνω τη φοβερή μου τύχη να είμαι γεννημένος στον μοναδικό αυτό τόπο και να κάνω μια δουλειά που από μωρό που ήμουν, ήταν ξεκάθαρο ότι μόνο αυτή θα με έκανε ευτυχισμένο». Μία από τις πολλές ατάκες που στην πορεία της συζήτησής μας με τον Giacomo Conterno με έκαναν χαρούμενη. Ωραίες κουβέντες από έναν ωραίο Ιταλό και με μια Granbussia του 2006 να την απολαμβάνεις στο «σπίτι» της. Δεν θέλει και πολλά ο άνθρωπος…

To αρχοντικό κτίριο του Aldo Conterno, τυλιγμένο στα σύννεφα –χαρακτηριστικό της περιοχής– μαρτυρεί την ευγενική καταγωγή του ιδιοκτήτη, που πάει πίσω πέντε γενιές. Ο ίδιος επιμένει: «Είμαστε αγρότες που είχαμε την τύχη να βρεθούμε σε έναν ευλογημένο τόπο». Η οικογένειά του και ο ίδιος ζουν στο Romirasco Farm, ένα αρχοντικό 200 ετών σε έναν κοντινό λόφο που σου κόβει την ανάσα. Η ρουτίνα του όμως –πηγαίνει καθημερινά τους γιους του στο σχολείο και στη συνέχεια επισκέπτεται τα αμπέλια– θυμίζει πραγματικά αυτήν ενός αγρότη. Τι κι αν πουλάει τα κρασιά του μερικές εκατοντάδες ευρώ;

H κουβέντα μας ξεκίνησε από το κατά πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα στην περιοχή και γενικότερα στην Ιταλία τα τελευταία χρόνια. Και ο Giacomo ήταν απόλυτος.
«Το επάγγελμά μας έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία τριάντα χρόνια. Υπάρχουν πάρα πολλοί παραγωγοί σε όλη την Ευρώπη και πάρα πολλές ετικέτες, με αποτέλεσμα ο ανταγωνισμός να είναι τεράστιος. Τη δεκαετία του ’80, ο παραγωγός είχε ένα συγκλονιστικό terroir, αλλά έφτιαχνε ένα μέτριο κρασί που πουλούσε στην τοπική αγορά ή τα σταφύλια του σε άλλα οινοποιεία, γιατί δεν είχε την τεχνογνωσία. Το ’90 η αγορά γύρισε ανάποδα. Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο άρχισαν να έχουν πιο σοφιστικέ άποψη για το κρασί και οι παραγωγοί αντιλήφθηκαν ότι όσο πιο πολύ ασχολούνται με το αμπέλι τόσο πιο καλό κρασί θα κάνουν. Σύμμαχός τους ήταν και η ανάπτυξη της τεχνολογίας και έτσι έγινε το πέρασμα στο άλλο άκρο, με τους διάσημους συμβούλους-οινολόγους που αναλάμβαναν τους πάντες.
Θυμάμαι ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν δοκίμαζα κρασιά με τον πατέρα μου, είχαμε μπροστά μας γύρω στα 10 μπουκάλια τυφλή δοκιμή. Στο τέλος της δοκιμής δεν είχαμε μεγάλες εκπλήξεις, αφού το 80% των κρασιών που δοκιμάσαμε ήταν φθηνά και δεν πίνονταν. Το 20% ήταν λίγο πιο ακριβά και ευχάριστα, εννοώντας όμως ότι δεν είχαν λάθη. Στις μέρες μας, σε μια γευστική δοκιμή τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Υπάρχει συνέχεια και συνέπεια. Κακό κρασί με την έννοια του λάθους δεν συναντάς. Ίσως η μόνη διαφορά και η πιο εντυπωσιακή είναι ότι θα ανακαλύψεις στο τέλος της γευστικής δοκιμής ότι το κρασί που στοίχιζε 10 € έμοιαζε πολύ με το κρασί που στοίχισε 100».

Είναι απόλυτος όσον αφορά εκείνους που έχουν χρήματα και αποφασίζουν να επενδύσουν στην παραγωγή κρασιού. Για τον ίδιο είναι πολύ πιο προσωπικό θέμα, ενώ δηλώνει ότι βαριέται αφόρητα με τις ατελείωτες συζητήσεις που γίνονται στο Barolo για τα μικρά και τα μεγάλα βαρέλια. «Οι Ταλιμπάν και οι μοντερνιστές» τούς αποκαλεί και δηλώνει με χιούμορ: «Ελπίζω η ζωή μου και το κρασί μου να μη σχετίζονται με το μέγεθος ενός βαρελιού, γιατί τότε σίγουρα κάτι έχω κάνει λάθος. Ένα βαρέλι είναι απλώς ένα εργαλείο για τον οινοποιό. Είναι ένας μηχανισμός που επιτρέπει στο οξυγόνο να περάσει και στο κρασί να αναπνεύσει. Δεν έχει σημασία αν είναι μικρό, μεγάλο, παλιό ή καινούργιο. Δεν καθορίζει το βαρέλι την υπόστασή μου ως οινοποιού».

Η διάσημη Granbussia

Ποια είναι η γνώμη σας για τα φυσικά κρασιά;

Οποιαδήποτε μόδα έχει να κάνει με τη φύση και με το πώς τη διαχειριζόμαστε είναι ευπρόσδεκτη, αρκεί να μη γινόμαστε φανατικοί. Βρέθηκα σε μια συνάντηση με επαγγελματίες, όταν κάποιοι πολύ φανατικοί των φυσικών κρασιών άρχισαν να υπερβάλλουν. Τότε τους ρώτησα: «Ξέρετε ποιο είναι το πιο φυσικό κρασί στον κόσμο; Το ξίδι». Αλλά η δική μας δουλειά είναι ανάμεσα στο σταφύλι και το ξίδι, και αυτό ονομάζεται κρασί. Ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τον αμπελώνα μας είναι σίγουρα οργανικός, αλλά, όταν μου λένε να δοκιμάσω κρασιά με ελάττωμα και να μου αρέσουν γιατί είναι φυσικά, τότε κάτι χάνω από την κουβέντα. Ακολουθώ τον οργανικό τρόπο παραγωγής κρασιού, αλλά, αν πρέπει να συνομιλήσω με το φεγγάρι, δεν θα το κάνω… Αυτό που λέω στους πελάτες μου είναι ότι σέβομαι τον τόπο μου. Ζω εδώ με την οικογένειά μου, το σπίτι μου περιστοιχίζεται από αμπέλια και δεν θα κάνω ποτέ τίποτα που να βλάψει τη γη μου, την περιουσία μου, τα παιδιά μου κι εμένα τον ίδιο.

Ο Giacomo Conterno γυρνούσε συνεχώς γύρω από το ίδιο θέμα. Επέμενε ότι δεν τον ενδιαφέρει αν κάποιος μισούσε ή λάτρευε τα κρασιά του Κτήματος. Αυτό που πραγματικά προσπαθούν τα αδέλφια του και ο ίδιος –με μεγάλη επιτυχία– είναι ο χαρακτήρας. Να μην έχεις καμία αμφιβολία δηλαδή ότι το Βarolo που έχεις στο ποτήρι σου είναι δικό του. Ισχυρίζεται δε ότι η πολύ μικρή παραγωγή τους εξασφαλίζει την ποιότητα και διαφορετικότητα αυτή. Σε αριθμούς, ενώ η δυνατότητα του οινοποιείου είναι μέχρι και 500.000 φιάλες ετησίως, το Aldo Conterno παράγει maximum 80.000!

«Πολλοί μας θεωρούν ανόητους», λέει χαρακτηριστικά, «αλλά η όλη ιδέα είναι να φτιάχνω κρασιά που αγαπώ και να τα μοιράζομαι με ανθρώπους που μοιράζονται τις ιδέες μας, και το βασικό μας όπλο είναι η ταυτότητά μας. Δεν ξέρω αν κάποιος μισεί ή λατρεύει τα κρασιά μας, αυτό που ελπίζω όμως είναι να τα αναγνωρίζει». Η φιλοσοφία του Κτήματος είναι να δουλεύουν αυστηρά με το δικό τους προϊόν, για να έχουν και πλήρως την ευθύνη τού τι γίνεται. Αντίθετα με τους παραγωγούς-σταρ της εποχής μας, ο Giacomo και τα αδέλφια του δεν έχουν καμία σχέση με τα media – θα τη χαρακτήριζες μάλλον αρνητική. Το προϊόν τους όμως είναι διάσημο. «Πρέπει να αφήνουμε το terroir να λέει τη δική του ιστορία. Για τον λόγο αυτόν προσπαθούμε να μη βάζουμε φίλτρα ανάμεσα στη γη μας και στα μπουκάλια μας. Και ένα τέτοιο φίλτρο θα μπορούσε να είναι, π.χ., ο σκληρός τρόπος οινοποίησης, όταν δηλαδή ο οινοποιός βάζει τον εαυτό του πάνω από τον χαρακτήρα της γης του. Εξάλλου η τεχνολογία επιτρέπει σε κάποιους να κάνουν πραγματικά θαύματα. Μπορώ, αν θέλετε, να σας μεταμορφώσω ένα λίτρο νερό σε κρασί, καλύτερα από ό,τι το έκανε ο Ιησούς στην Κανά. Αλλά είναι αυτό που ζητάμε στις μέρες μας; Όχι, το ζητούμενο είναι η ποιότητα, και αυτή έρχεται από τη γη. Είμαι εγωιστής και μου αρέσει να φτιάχνω κρασιά που μου αρέσουν πολύ».

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

«Στην Ελλάδα είχαμε τη χαρά να συνεργαστούμε μ’ ένα πολύ γνωστό εστιατόριο, το Sale e Pepe, και το επίπεδο ήταν πολύ υψηλό. Αυτή την περίοδο συνεργαζόμαστε με το Trinity και είμαστε πολύ ευτυχείς. Έχω εντυπωσιαστεί με τα πράγματα που γίνονται τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα, παρά την κρίση. Λόγω της δουλειάς μου επίσης, μπορώ να διακρίνω πότε μια οικονομία ανακάμπτει, και αυτό γιατί οι άνθρωποι που αγοράζουν κρασί σίγουρα σε περιόδους κρίσης δεν αγοράζουν ακριβό κρασί. Όταν όμως αρχίζουν και πάλι να πηγαίνουν σε ένα καλό εστιατόριο και να ανοίγουν ένα ακριβό κρασί, τότε πιστεύω ότι και η οικονομία αρχίζει να αλλάζει. Και στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια βλέπω τη δυναμική αυτή. Στα ταξίδια μου στην Ελλάδα έχω γνωρίσει ανθρώπους που γνωρίζουν πάρα πολλά πράγματα γύρω από το κρασί και έχω εντυπωσιαστεί. Φαίνεται ότι υπάρχει μεγάλη κουλτούρα γύρω από το αντικείμενο, τόσο από απλούς ανθρώπους όσο και από παραγωγούς, και σε αυτό το σημείο υπάρχουν κενά ανάμεσα στις δύο χώρες».

Ο Giacomo Conterno, όπως και ο πατέρας του πριν από αυτόν, έχει τρεις γιους, 8, 11 και 13 ετών –«οι γυναίκες στην οικογένεια είναι σπάνιο είδος», λέει και γελά– και τους λέει πάντα αυτό που έλεγε και στον ίδιο ο πατέρας του: «Δεν πρέπει ποτέ να λες σε κάποιον τι δουλειά να κάνει. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να μοιραστείς μαζί του τη χαρά που σου δίνει η δουλειά αυτή και να τον κάνεις να την αγαπήσει». g

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.