ΝΕΑ ΖΗΛΑΝΔΙΑ

Πηνελόπη Κατσάτου
new zealand tselepos

Καλώς ήρθατε στη γη των αντιθέσεων, του δραματικού σκηνικού, της μοναδικής γεωφυσικής έντασης και φυσικά… στην πρωτεύουσα του Sauvignon Blanc. Πολλά έχουν ειπωθεί για τα ιδιαίτερα κρασιά που παράγει ο τόπος αυτός κυριολεκτικά στην άκρη του κόσμου, ένα όμως είναι βέβαιο: είναι τέτοια η ιδιαιτερότητά τους που, όταν δοκιμάσεις ένα από αυτά, είσαι βέβαιος για την περιοχή προέλευσής τους. Το κλίμα όσο και το έδαφος πίνονται κυριολεκτικά γουλιά γουλιά. Η μήπως και όχι;

Μεγάλη κουβέντα γίνεται για τις τεράστιες μονάδες που παράγουν ημερησίως όλη την ετήσια παραγωγή της Σαντορίνης ή δημιουργούν κρασιά των οποίων οι χρονιές τους είναι πανομοιότυπες. Στον αντίποδα, τα μικρά οινοποιεία και οι garagistes που πειραματίζονται και οινοποιούν με νέες μεθόδους. Χώρα των αντιθέσεων εξάλλου. Στο αφιέρωμα που ακολουθεί, είχαμε τη χαρά να ακούσουμε τις ιστορίες ανθρώπων που ταξίδεψαν, εργάστηκαν ή συνεχίζουν να εργάζονται εκεί και μας δίνουν μια μικρή εικόνα του ιδιαίτερου αυτού τόπου. Στον νοτιοδυτικό Ειρηνικό Ωκεανό, η Νέα Ζηλανδία είναι μια εκπληκτικά όμορφη χώρα που φιλοξενεί πάνω από 2.000 αμπελώνες. Παρά τον άφθονο ήλιο και τη μακρά περίοδο ωρίμανσης, η δροσερή αύρα του ωκεανού δίνει στα σταφύλια μια μοναδική φρεσκάδα και οξύτητα που τα χαρακτηρίζουν, καθιστώντας τα διάσημα παγκοσμίως. Η ιστορία του κρασιού στην περιοχή ξεκινά το 1836, όταν αγοράστηκαν τα πρώτα σταφύλια εκεί από τον James Busby, Βρετανό κάτοικο της Νέας Ζηλανδίας και πολύ δεινό, αλλά «ερασιτέχνη» οινοποιό.

new zealand grape wine stories
Nέα Ζηλανδία, Νότιο Νησί, αμπελώνας με θέα τα βουνά και το νησάκι στην μέση της Λίμνης Wanaka.

Ο παλαιότερος αμπελώνας δημιουργήθηκε από Ρωμαιοκαθολικούς ιεραποστόλους στο Hawke’s Bay, Mission Estate και προοριζόταν για εσωτερική κατανάλωση, ενώ σε όλη τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα κύματα Ευρωπαίων μεταναστών στη Νέα Ζηλανδία έστηναν αμπελώνες σε κάθε σημείο της χώρας. Σήμερα, η βιομηχανία της Νέας Ζηλανδίας αποτελείται από περισσότερα από 700 οινοποιεία και 600 αμπελοκαλλιεργητές. Η Νέα Ζηλανδία, ωστόσο, έγινε παγκοσμίως διάσημη και για το εθνικό πρόγραμμα βιωσιμότητας που δημιούργησε το 1995, το Sustainable Winegrowing New Zealand, με βασική φιλοσοφία το ότι οι φυσικοί πόροι ανήκουν στη γη και τα αγαθά παράγονται με σεβασμό για τη φύση και τους ανθρώπους. Από το 2021, πάνω από το 96% της έκτασης του αμπελώνα της Νέας Ζηλανδίας είναι πιστοποιημένο από το Sustainable Winegrowing New Zealand.

ΚΛΙΜΑ

Είναι εντυπωσιακό! Βρίσκεται απομονωμένη στον Ειρηνικό Ωκεανό, 1.900 χλμ. από την Αυστραλία. Το κλίμα είναι ωκεάνιο και διαφοροποιείται στο πάνω νησί θερμό και στο κάτω νησί πιο ψυχρό, γεγονός που δίνει διαφορετικά χαρακτηριστικά στα κρασιά των δύο περιοχών. Ο συνδυασμός πολλών ωρών ηλιοφάνειας, επιπλέον δροσιάς τη νύχτα από τη θαλάσσια αύρα και μακράς περιόδου ωρίμανσης επιτρέπει στα σταφύλια να φτάνουν σε υψηλό επίπεδο σακχάρων και ωριμότητας αρωμάτων, διατηρώντας όμως και έντονη οξύτητα.

ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ

Sauvignon Blanc

Το σταφύλι-σήμα κατατεθέν της Νέας Ζηλανδίας! Όταν λέμε «νεοζηλανδέζικο Sauvignon», εννοούμε έντονα αρώματα λαγοκέρασου, φρούτων του πάθους και υψηλή οξύτητα. Στο θερμότερο βόρειο νησί θα βρούμε περισσότερα τροπικά φρούτα και στο νότιο οξύτητες, πράσινη πιπεριά και το περίφημο λαγοκέρασο.

Chardonnay

Μεγάλες οι διαφορές τους ανάλογα με τις περιοχές, ωστόσο το γενικό στιλ είναι αρώματα εσπεριδοειδών και τροπικών φρούτων, τοστ, γλυκών μπαχαρικών. Τα τελευταία χρόνια οι παραγωγοί διερευνούν το τεράστιο δυναμικό της χώρας σε σχέση με ποικιλίες όπως το Riesling, το Gewürztraminer, το Pinot Gris. Τα κρασιά αυτά κυμαίνονται από ξηρά μέχρι γλυκά, ωστόσο τα σχεδόν ξηρά τείνουν να επικρατούν.

Pinot Noir

Η δεύτερη πιο πολυφυτεμένη ποικιλία, με έντονα χαρακτηριστικά, όπως ζωηρό φρούτο, φίνες και ώριμες τανίνες, απαλή υφή και αρκετά υψηλό αλκοόλ. Ωστόσο συναντάμε και πολλές παραλλαγές ανάλογα με τις περιοχές.

Merlot, Cabernet Sauvignon

Δίνουν και αυτά τον δικό τους διαφορετικό χαρακτήρα στον διαφορετικό αυτόν τόπο, ωστόσο τα χαρμάνια τους, που θυμίζουν το κλασικό μπλεντ του Bordeaux, χαρακτηρίζονται από την καθαρότητα των αρωμάτων και των φρούτων. Η παραγωγή τους είναι έντονα επικεντρωμένη στο βόρειο νησί, όπου η υψηλή θερμοκρασία βοηθάει στην ωρίμανση των μαύρων σταφυλιών. Το Syrah είναι επίσης μια ποικιλία που αποδίδει καλύτερα σε πιο θερμές τοποθεσίες και παράγει κομψά κρασιά που θυμίζουν περισσότερο Ροδανό παρά Αυστραλία.

ΠΕΡΙΟΧΕΣ 

Το Marlborough στο νότιο νησί είναι το βασικό κέντρο αμπελοκαλλιέργειας της χώρας. Οι πιο δροσερές περιοχές του Marlborough, του Nelson και της Wairarapa φτιάχνουν Sauvignon Blanc με αρώματα φρούτων του πάθους και τόσο υψηλή οξύτητα, που δεν είναι ασυνήθιστο να δεις λίγη υπολειμματική ζάχαρη, ακόμα κι αν δεν μπορείς να τη δοκιμάσεις. Το Pinot Noir του Marlborough έχει μέτριο σώμα, φίνες τανίνες και αρώματα κερασιού και κράνμπερι, και το Riesling και το Pinot Gris αποδίδουν επίσης καλά στην περιοχή αυτή.

Παρά το νότιο γεωγραφικό πλάτος του, το Central Otago βρίσκεται στην ενδοχώρα, η περιοχή είναι ηλιόλουστη και ξηρή και παράγει υπέροχο Pinot Noir. Θα βρείτε ότι αυτά τα κρασιά έχουν συνήθως γλυκές νότες μαύρου μούρου που υποστηρίζονται από μια ορυκτότητα, αλλά και μπαχαρικά που μοιάζουν με γαρίφαλο. Το ηπειρωτικό κλίμα και η καταστροφή από παγετό πλανώνται απειλητικά ακόμα και την άνοιξη ή το φθινόπωρο. Στο βόρειο νησί, στο Hawke’s Bay βόρεια, βρίσκεται η θερμότερη από όλες τις περιοχές, με τις περισσότερες ώρες ηλιοφάνειας. Εδώ καλλιεργούνται εκπληκτικά κόκκινα κρασιά, από τα Bordeaux blend μέχρι και τα premium Syrah.

Στο Gisborne, με αμπελώνες στην ανατολική ακτή, η βροχόπτωση είναι υψηλή, το ίδιο και η θερμοκρασία, αλλά και οι ώρες ηλιοφάνειας. Περισσότερα από τα μισά κλήματα εδώ είναι Chardonnay, φημισμένο για τον πλούσιο και κρεμώδη χαρακτήρα του, που όμως έχει και μεγάλη δυνατότητα παλαίωσης. Εντυπωσιακά επίσης είναι το Gewürztraminer και το Chenin Blanc της περιοχής. Η οινική βιομηχανία της Νέας Ζηλανδίας ξεκίνησε στον βορρά του βόρειου νησιού γύρω από το Auckland, όπου βρίσκονται οινοποιεία που επεξεργάζονται σταφύλια από όλη τη χώρα. Παρά τη ζέστη και την υγρασία, τα Chardonnay, Merlot, Syrah δίνουν καλά αποτελέσματα.

O Kieran Clarkin, sommelier, 
ο οποίος ζει και εργάζεται στη Νέα Ζηλανδία πολλά χρόνια 
μοιράστηκε μαζί μας κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες. 

Δεν υπάρχουν γηγενείς ποικιλίες στη Νέα Ζηλανδία, αλλά το Vitis vinifera έφτασε στο αρχιπέλαγος αμέσως μετά τον αποικισμό από τους Βρετανούς τον 19ο αιώνα. Η βιομηχανία κρασιού εδώ ωρίμασε τη δεκαετία του 1980 και έκτοτε έχει γίνει σημαντικό μέρος της παγκόσμιας αγοράς. Δεδομένων των εξαιρετικών τοπικών κλιματικών συνθηκών και της έλλειψης παράδοσης, η Νέα Ζηλανδία ήταν παρθένα αγορά όσον αφορά το πώς και ποια κρασιά μπορούσαν να παρασκευαστούν. Ωστόσο, οι φόβοι για περαιτέρω οικονομικό άνοιγμα οδήγησαν την επικέντρωση της παραγωγής σε μία και μόνο περιοχή.

Μεγάλωσα στη Νέα Ζηλανδία και ασχολήθηκα αρχικά με το κρασί εδώ, πριν μετακομίσω στην Αυστραλία. Πρόσφατα επέστρεψα μόνιμα στη Νέα Ζηλανδία, μετά από δέκα χρόνια δουλειάς στο χώρο και εξερευνώντας τις οινοπαραγωγούς περιοχές του κόσμου. Η κουλτούρα και η βιομηχανία του κρασιού εξακολουθούν να κυριαρχούνται από το Marlborough (περίπου το 75% του όγκου ετησίως) και το Sauvignon Blanc (και πάλι περίπου τα τρία τέταρτα του όγκου). Τα πικάντικα και εκφραστικά κρασιά της είναι διάσημα και αγαπητά σε όλο τον κόσμο, ενώ το Central Otago έχει αποκτήσει φήμη για το ώριμο και γενναιόδωρο Pinot Noir που παράγει. Το Hawkes Bay και το Auckland εξειδικεύονται στο Chardonnay αλλά και στα blends των κόκκινων κρασιών τους, χτυπώντας υψηλές βαθμολογίες αλλά και αντίστοιχα υψηλές τιμές.

Ο Κieran Clarkin, sommelier ο οποίος ζει και εργάζεται στη Νέα Ζηλανδία.

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο έχει παρατηρηθεί μια μετατόπιση από τα μεγάλα βιομηχανικά οινοποιεία και τη μεσαία τάξη των γαιοκτημόνων στην παγκόσμια μόδα των οινοποιών garagiste, με το αγοραστικό κοινό να ανταποκρίνεται στο νέο αυτό στιλ, που έχει μεγαλύτερο φάσμα ποικιλιών σταφυλιού και παραλλαγές. Κάποιος δογματισμός που παραμένει για μία χούφτα ποιοτικών περιοχών και «κατάλληλων» σταφυλιών φαίνεται ότι έχει να κάνει μόνο με την ηλικία. Όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, οι νέοι είναι ανοιχτοί σε νέα στιλ και αγκαλιάζουν τη σύγχρονη κουλτούρα του wine bar.

Η βασική μου εργασία στη Νέα Ζηλανδία είναι η εισαγωγή ελληνικού κρασιού. Οπότε είμαι σε θέση να έχω εικόνα για το πώς νιώθουν οι Νεοζηλανδοί για κάτι εντελώς νέο και ξένο. Ασχολούμαι επίσης με το κρασί της Νέας Ζηλανδίας τόσο σε πωλήσεις όσο και σε εκπαιδευτικό επίπεδο και μπορώ να πω ότι εκτιμώ πολύ τις νέες προσεγγίσεις που ακολουθούν. Η τεχνογνωσία, παραδείγματος χάριν, στη προσέγγιση του αμπελιού προκειμένου να επιτύχουμε καλύτερη απόδοση στο φρούτο, σε συνδυασμό με τον μόνιμα φθινοπωρινό καιρό, μπορούν να δώσουν εντυπωσιακά αποτελέσματα στον όψιμο τρύγο. Άλλο παράδειγμα κρασιού είναι τα αρωματικά κρασιά από μέτριας ή έντονης γλυκύτητας ποικιλίες, όπως το Riesling από το Canterbury, που είναι εξαιρετικής ποιότητας, ενώ κρασιά garagiste, ιδιαίτερα στο Hawke’s Bay και στο Marlborough, με πολύ ήπιες παρεμβάσεις δίνουν πραγματικά εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ένα άλλο ενδιαφέρον γεγονός είναι ότι ευρύτερες φυτεύσεις ισπανικών και ιταλικών ποικιλιών θέτουν υπό αμφισβήτηση τη γαλλική/διεθνή κυριαρχία και δείχνουν πολλές φορές να προσαρμόζονται καλύτερα στο μεταβαλλόμενο κλίμα. Και ενώ η κορυφαία περιοχή μας, το Marlborough, μοιάζει να έχει φτάσει σε αρκετά υψηλό επίπεδο κορεσμού από φυτεύσεις, η υπόλοιπη χώρα δείχνει περιθώρια ανάπτυξης και ποικιλομορφίας, γεγονός πολύ ενθαρρυντικό.

Ο Γιάννης Παπαοικονόμου,οινοποιός και αμπελουργός 
στο Οινοποιείο Βασάλτης στη Σαντορίνη σήμερα, 
ήταν ο πρώτος Έλληνας που δούλεψε σε οινοποιείο 
στη Νέα Ζηλανδία, στο Oyster Bay 
στην περιοχή του Marlborough, το 2014.

«Η Νέα Ζηλανδία και γενικότερα ο Νέος Κόσμος έχει μια πολύ διαφορετική προσέγγιση από την Ευρώπη. Ο Νέος Κόσμος αντιμετωπίζει την αμπελουργία ως καλλιέργεια με επιχειρηματική βλέψη το υψηλό κέρδος. Δεν ήταν τυχαία η επιλογή για περιοχές με σταθερό κλίμα. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που πολλές φορές από χρονιά σε χρονιά δεν βλέπουμε αλλαγές ακόμα και στα μεγάλα τους οινοποιεία. Εμένα με γοήτευσε η πρόκληση του να δω μια τεράστια εγκατάσταση πώς δουλεύει. Τα έχασα! Οι εποχικοί είμαστε 68 άτομα και οι βάρδιες 24ωρες. Η δουλειά χωρισμένη ανά ομάδα με απόλυτη πειθαρχία. Ποτέ δεν μου είχε περάσει απ’ το μυαλό ότι θα μπορούσε κάποιος να διαχειριστεί τόσο μεγάλες ποσότητες. Εμείς μόνο βγάζαμε 2.000 τόνους το 24ωρο. 2.000 τόνους κάνει η Σαντορίνη όλη τη χρονιά.

»Δεν υπήρχε περιθώριο λάθους. Για τον λόγο αυτόν, υπήρχαν εξαντλητικοί έλεγχοι, άνθρωποι να τσεκάρουν χίλιες φορές. Επικεφαλής ήταν ο head winemaker, από κάτω του ήταν όλοι οι οινοποιοί ανά ποικιλία, δηλαδή είχε τον οινοποιό του Pinot Noir, του Sauvignon Blanc, του Chardonnay κ.λπ., και μία που ήταν υπεύθυνη για πειραματικές οινοποιήσεις. Οι οινοποιοί αυτοί είχαν από κάτω assistant wine makers, οι οποίοι ήλεγχαν τις ομάδες που είχαν τους cellar hand μέσα. Και έβαζαν και έναν ομαδάρχη. Εγώ σ’ αυτή την αλυσίδα ξεκίνησα ως cellar hand στην ομάδα του κόκκινου για το Pinot Noir και πολύ σύντομα ήμουν ομαδάρχης της βάρδιας. Οι μικρές δεξαμενές ήταν 40 τόνων και φτάναμε τους 160. Τρομερές προσεγγίσεις στην οινοποίηση, με πρόσθετα ανά πάσα ώρα και στιγμή, αλλά πολύ στοχευμένη χρήση. Ήθελαν να είναι σίγουροι ότι το αποτέλεσμα θα προσεγγίζει όσο γίνεται το κρασί που βγάζουν συνήθως.

Δείτε Επίσης

winery in nea zealand
Oινοποιείο στη Νέα Ζηλανδία.

»Και απ’ την άλλη έχουν τεράστιο HR τμήμα, το οποίο φρόντιζε να είμαστε χαρούμενοι. Και τι σημαίνει αυτό; Φρόντιζε να περνούν και να μας ρωτούν αν όλα είναι εντάξει ή χρειαζόμαστε κάτι. Φρόντιζε να μας πουν αυτοί που έχουν ρεπό την τάδε μέρα αν θα πάμε όλοι να πιούμε μπίρες εκεί κερασμένες από την εταιρεία. Μας πήραν μπιλιάρδο στον χώρο όπου κάναμε διάλειμμα, για να χαλαρώνουμε. Είχαμε δύο μπίρες ο καθένας ή όσο καφέ θέλαμε. Είναι πολύ μεγάλη εμπειρία να στήσεις γραμμή για να φτιάξεις χαρμάνι 1,5 εκατομμύριο λίτρα. Και στήναμε 7 μέρες τη γραμμή, για να δουλέψουμε 6 ώρες να κάνουμε το χαρμάνι. Είναι φοβερό. Από την άλλη, αντιλαμβάνομαι ότι, ναι, γι’ αυτούς είναι προϊόν. Εξαγώγιμο προϊόν, δίνουν πολύ μεγάλη σημασία, το Oyster Bay να φανταστείτε εξήγε 500.000 κούτες 12άρες στην Αμερική τον χρόνο. Ένα οινοποιείο. Και η καλύτερή τους αγορά δεν ήταν η Αμερική, ήταν η Αγγλία».

G. Χρησιμοποιήσατε τεχνογνωσίες που μέχρι τότε δεν ξέρατε –και τις οποίες μάθατε εκεί– όταν ήρθατε μετά στην Ελλάδα, όταν κληθήκατε να δουλέψετε αλλού;

ΓΠ. «Ναι. Κράτησα αρκετά πράγματα. Και στον τρόπο δουλειάς, που σου λύνει τα χέρια, χωρίς να σημαίνει ότι επεμβαίνεις στο κρασί, και στην τεχνολογία. Σ’ αυτά ήταν πολύ δυνατοί· απ’ το πώς δουλεύουν τα πιεστήρια χρησιμοποιώντας αδρανή αέρια μέχρι τα συστήματα επίβλεψης. Βέβαια, δεν το έχω υιοθετήσει αυτό, αλλά έχω βρει τρόπο να μπορώ να το κάνω και σε μικρή κλίμακα. Αν δεν τα είχα δει εκεί, δεν θα μου πήγαινε σήμερα το μυαλό να το κάνω. Απ’ την άλλη, είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό να φτιάχνεις τέτοια ομάδα κρασιού, που σημαίνει ότι πέφτουν και τα κόστη, και να μπορείς παρ’ όλα αυτά να το πουλάς 15 ευρώ στο ράφι». Ο Γιάννης Παπαοικονόμου είχε τον χρόνο να ταξιδέψει πολύ στη Νέα Ζηλανδία. Νοίκιασε ένα αυτοκίνητο και γύρισε πολλές περιοχές, επισκεπτόταν ακόμα και 11 οινοποιεία σε μία μέρα. Εκεί είδε άλλη προσέγγιση. «Υπάρχουν πολλά μικρά, κάνουν εξαιρετικές δουλειές, πολύ πιο κοντά στου Παλαιού Κόσμου την προσέγγιση, και με έρευνες δηλαδή σε κάποιο αμπέλι φυτεύουν δύο και τρεις ποικιλίες για να αποφασίσουν ποια είναι η κατάλληλη. Οινοποιήσεις που αφήνουν το terroir να φανεί. Έπαιζαν με χαρμάνια, με τσιμέντα, με βαρέλι. Εντυπωσιάστηκα με τα garage οινοποιεία του Marlborough, ήταν για μένα ό,τι καλύτερο είχε να δείξει η χώρα».

Ο Άρης Τσέλεπος μοιράζεται μαζί μας τη μοναδική εμπειρία του 
από το ταξίδι του στη Νέα Ζηλανδία, 
την οποία χαρακτηρίζει εμπειρία ζωής.

Το ταξίδι στη Νέα Ζηλανδία αποτέλεσε μια εμπειρία ζωής για μένα. Αφορμή ήταν η ευκαιρία να πραγματοποιήσω έναν τρύγο στο Cloudy Bay, ένα εμβληματικό οινοποιείο του Marlborough. Σε σχέση με το κρασί, το case study του Sauvignon Blanc της Νέας Ζηλανδίας αποτελεί ένα τεράστιο success story για το πώς μια άγνωστη οινικά περιοχή μέχρι τη δεκαετία του ’90 κατάφερε να πραγματοποιήσει μια παγκόσμια τάση, ακόμα και για καταναλωτές που δεν γνωρίζουν πολλά. Πραγματικό κίνητρο όμως ήταν το να γνωρίσω έναν «μαγικό» κόσμο, το τελευταίο και πιο μακρινό σύνορο του δυτικού πολιτισμού, που, όπως κατάλαβα στην πορεία, συνδυάζει όλα τα πλεονεκτήματα ενός αναλλοίωτου από τον τουρισμό και τη βιομηχανοποίηση μέρους με υποδομές και κουλτούρα ανθρώπων που μπορείς να συναντήσεις τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική. Φτάνοντας στο Wellington, στο νότιο άκρο του βόρειου νησιού συνάντησα μια σύγχρονη, «μικρή» αλλά πολύ ζωντανή πόλη, όπου ένα μωσαϊκό ανθρώπων από όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου συνθέτουν μια πολύ «ανοιχτόμυαλη», ευαισθητοποιημένη πόλη που ταυτόχρονα είναι πολύ ζωντανή, με πολλά μουσικά και καλλιτεχνικά events να λαμβάνουν χώρα χωρίς σταματημό.

Ο Αρης Τσέλεπος στο ταξίδι του στη Νέα Ζηλανδία.

Επόμενη στάση το Blenheim. Παίρνοντας το φέρι και περνώντας απέναντι στο νότιο νησί μετά από μια σύντομη διαδρομή, φτάνεις στη μικρή αυτή πόλη που αποτελεί το κεντρικό σημείο συνάντησης για όσους εργάζονται στα οινοποιεία του Marlborough. Μια μικρή αγροτική, απλωμένη κωμόπολη στεγάζει το εργατικό δυναμικό μιας οινικής ζώνης που ξεπερνά αυτήν πολλών χωρών της Ευρώπης. Τα απέραντα πράσινα βοσκοτόπια διακόπτονται μόνο από την παρουσία των προβάτων και των αρνιών, που αποτελούν ένα από τα βασικά εξαγωγικά προϊόντα της περιοχής. Το Blenheim είναι μια πόλη αντιθέσεων, καθώς αυτή η βουκολική, ήρεμη κωμόπολη έρχεται σε αντίθεση με τη ζωντάνια του μικρού της κέντρου, που δεν κοιμάται ποτέ λόγω της μεγάλης προσέλευσης νέων ανθρώπων αλλά και με την εκτεταμένη μηχανοποίηση τόσο της καλλιέργειας όσο και της οινοποίησης των μεγάλων μονάδων που διαθέτει η περιοχή.

Οι Νεοζηλανδοί, έχοντας μεγάλες ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό, βελτιστοποίησαν πρώτοι την έννοια του αγροτουρισμού: Μια πληθώρα ανθρώπων κυρίως από τη Λατινική Αμερική (αλλά και τη Βόρεια) και την Ευρώπη βρίσκουν την ευκαιρία να εξερευνήσουν τη χώρα, την οινική παράδοση και τη φύση δουλεύοντας στον πρωτογενή τομέα της χώρας. Έτσι, όταν ολοκληρωθεί ο τρύγος αλλά θέλεις να συνεχίσεις το ταξίδι σου, μπορείς να παραμείνεις δουλεύοντας σε καλλιέργειες αβοκάντο, φράουλας και kiwi, συνεχίζοντας να γνωρίζεις νέους ανθρώπους με μοναδικές ιστορίες αλλά και πολύ διαφορετικά background.

Αφήνοντας πίσω το κρασί, ξεκινήσαμε με κάποιους φίλους για ένα οδοιπορικό εξερεύνησης όλου του νότιου νησιού. Χωρίς καμία υπερβολή, η Νέα Ζηλανδία διαθέτει σπάνια τοπία, που μπορείς να απολαύσεις και να εξερευνήσεις χωρίς συνωστισμό και υπερτουρισμό, προσαρμόζοντας το ταξίδι στο δικό σου budget, όποιο και αν είναι αυτό: από διαμονή σε πολύ οργανωμένα και σύγχρονα hostels και ενοικίαση RV οχημάτων μέχρι διαμονή και σε πιο πολυτελείς ξενοδοχειακές μονάδες. Οδηγείς κατά μήκος του Ειρηνικού Ωκεανού για να φτάσεις στο Christchurch, τη μεγαλύτερη πόλη του νότιου νησιού, και από εκεί έπειτα από λίγες ώρες οδήγησης βρίσκεσαι το Queenstown, μια πανέμορφη, γραφική πόλη που έχει χτιστεί ανάμεσα στους πρόποδες των Νότιων Άλπεων και στη λίμνη Wakatipu. Από εκεί μπορείς να εξερευνήσεις μια ευρύτερη περιοχή, να κάνεις οινοτουρισμό σε περιοχές του Central Otago (με μοναδικό αξιοθέατο τα οινοποιεία κοντά στη λίμνη Wanaka), πεζοπορία σε βουνά και λίμνες (Mt. Cook και Lake Tekapo) που διαδέχονται το ένα το άλλο και να καταλήξεις στο Milford Sounds. Εκεί, η fjordland της Νέας Ζηλανδίας αποτελεί ένα θαύμα της φύσης που δεν συναντάς αλλού, μια περιοχή με απόκρημνους βράχους και πολύ στενά κανάλια. Εδώ βρέχει πάνω από 300 μέρες τον χρόνο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνεχώς χιλιάδες αλληλένδετοι μικροί και μεγαλύτεροι καταρράκτες, τους οποίους βλέπεις μέσα από μια μοναδική βόλτα με πλοίο. Γυρνώντας βόρεια από τη δυτική πλευρά, κάνοντας τον κύκλο του νησιού, φτάνεις στο βορειοδυτικό άκρο, στην περιοχή του Abel Tasman, όπου το τοπίο αλλάζει και πάλι άρδην. Στις ακτές της Θάλασσας της Ταζμανίας, αυτό το εθνικό πάρκο θυμίζει περισσότερο τροπικό μέρος όπου μπορείς να κάνεις μεγάλες πεζοπορίες μένοντας τα βράδια στα τοπικά καταφύγια, καθώς πολλές φορές πρέπει να περιμένεις ώρες μέχρι να αποτραβηχτούν τα νερά της παλίρροιας που «κρύβουν» τα μονοπάτια.

Ξαναζώντας νοερά αυτό το ταξίδι, συνειδητοποίησα πόσο πολλά μου προσέφερε η εμπειρία αυτή τόσο σε σχέση με το κρασί, που αποτελεί το μεγάλο μου πάθος, όσο και σε σχέση με τους ανθρώπους που γνώρισα, τα μέρη που είδα και τη συνολική κουλτούρα της περιοχής. Ίσως αποτελεί και ένα πολύ καλό μάθημα για όλους εμάς στην Ελλάδα για το πώς μια χώρα με παρόμοια χαρακτηριστικά (τοπογραφικά, τοπία, τουρισμός) κατάφερε να αναδείξει τις ομορφιές της αλλά και να εδραιωθεί στον οινικό χάρτη χωρίς να αλλοτριωθεί και να αλλάξει πολύ στην πορεία. Αποτελεί ένα ταξίδι ζωής, ακριβώς στην άλλη άκρη της Γης, που συνιστώ ανεπιφύλακτα στον καθένα!

FACTS ABOUT NEW ZEALAND 

  • 80% είναι λευκά και 20% κόκκινα κρασιά.
  • Περίπου το 60% της συνολικής παραγωγής είναι Sauvignon Blanc. 
  • Η δεύτερη σημαντικότερη ποικιλία είναι το Pinot Noir. 
  • Ακολουθούν ποικιλιακά τα Chardonnay, Pinot Gris και Merlot, ενώ σε μικρές ποσότητες καλλιεργούνται και τα Riesling, Cabernet Sauvignon, Syrah, Gewürztraminer.
  • Η περιοχή Marlborough παράγει περίπου το 70% της συνολικής παραγωγής του νησιού και είναι διάσημη για τα Sauvignon Blanc.
  • Βρίσκεται στη 16η θέση παγκοσμίως σε παραγωγή κρασιού, μετά την Ουγγαρία και τη Βραζιλία.
  • Υπάρχουν περίπου 500 οινοποιεία στη Νέα Ζηλανδία. 
  • Περισσότερα από το 95% των κρασιών είναι με βιδωτό πώμα. 



 

 

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.