Δέκα χρόνια μετά την ίδρυση της Oenops, θα περίμενε κανείς ο Νίκος Καρατζάς να μιλά για την ανάπτυξη της εταιρείας, τις εξαγωγές, νέες αγορές, επενδύσεις και σχέδια για το μέλλον.
Αντί γι’ αυτά, πέρα από τα κρασιά του, μιλά κυρίως για τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από αυτά και για τη σκληρή δουλειά που απαιτείται για την παραγωγή τους. Μιλά για τους αμπελουργούς, τους οποίους γνωρίζει καλύτερα από ποτέ, για μια ομάδα που εξελίχθηκε μαζί του. Μιλά για την ανάγκη να αφουγκράζεται κανείς κάθε χρονιά αντί να προσπαθεί να την ελέγξει. Ακόμη και όταν περιγράφει πώς φαντάζεται τον εαυτό του σε δέκα χρόνια, η πρώτη του επιθυμία δεν έχει σχέση με το κρασί.
«Ελπίζω να είμαι υγιής και πιο ισορροπημένος. Να μπορώ να ισορροπώ ακόμη καλύτερα τη δουλειά με τη ζωή».
Κάνει μια παύση.
«Είμαστε πέντε χρόνια πιο ώριμοι (από την τελευταία φορά που μιλήσαμε)… Έχουμε περάσει άλλα πέντε χρόνια δίπλα στους αμπελουργούς μας, κάτι που σημαίνει πολύ καλύτερα αποτελέσματα στο αμπέλι. Έχουμε γίνει πιο δυνατοί ως ομάδα. Έχω επενδύσει πάρα πολύ χρόνο στους ανθρώπους και στο πώς μπορούμε να δουλεύουμε μαζί ως ομάδα».
Η ωριμότητα που περιγράφει δεν αφορά το κρασί. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένας οργανισμός και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει κανείς την ίδια τη δουλειά. Και ίσως γι’ αυτό μία από τις πιο ειλικρινείς απαντήσεις στη συζήτησή μας αφορά κάτι που θεωρεί ότι δεν έκανε αρκετά καλά τα πρώτα χρόνια.
Πηνελόπη Κατσατού: Τι θα αλλάζατε αν ξεκινούσατε σήμερα από την αρχή;
Νίκος Καρατζάς: «Θα άλλαζα τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισα το μάρκετινγκ. Πιστεύω πολύ στη δύναμη της προσωπικής σύστασης. Αν ρωτήσεις γύρω σου, ο κόσμος θα σου πει: “Αυτά τα κρασιά, αυτοί οι άνθρωποι”. Αλλά αυτό χρειάζεται και να επικοινωνείται. Το μάρκετινγκ είναι κάτι στο οποίο μόλις τώρα αρχίζουμε να δίνουμε προσοχή».
Η παραδοχή αυτή έχει ενδιαφέρον, γιατί προέρχεται από έναν άνθρωπο που έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά οινικά εγχειρήματα της τελευταίας δεκαετίας. Ταυτόχρονα εξηγεί και κάτι άλλο: η Oenops δεν χτίστηκε γύρω από ένα επιχειρηματικό σχέδιο ανάπτυξης, αλλά γύρω από σχέσεις.
Το ίδιο γίνεται εμφανές και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον ρόλο του οινοποιού. Πριν από χρόνια είχε περιγράψει τον εαυτό του ως «αόρατο» μέσα στο οινοποιείο. Η φράση εξακολουθεί να τον εκφράζει και σήμερα.
Π.Κ.: Τι σημαίνει πραγματικά να είναι κανείς «αόρατος» στην οινοποίηση;
Ν.Κ.: «Το να είμαι αόρατος δεν σημαίνει ότι δεν είμαι εκεί, ότι δεν κάνω κυριολεκτικά τη δουλειά. Θέλω όταν δοκιμάζεις Βιδιανό να γεύεσαι Βιδιανό. Θέλω όταν δοκιμάζεις Ασύρτικο να γεύεσαι Ασύρτικο. Υπάρχει ο μακιγιέρ που έρχεται και αλλάζει εντελώς τα χαρακτηριστικά σου και υπάρχει κι εκείνος που σε βοηθά να μοιάζεις όσο περισσότερο γίνεται με τον εαυτό σου. Εγώ είμαι ο δεύτερος. Ο οινοποιός δεν είναι εκεί για να επιβληθεί στην πρώτη ύλη, αλλά για να τη βοηθήσει να εκφραστεί. Δεν μπορείς να κάνεις τα σταφύλια καλύτερα αφού τρυγηθούν. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μην τα καταστρέψεις».
Π.Κ.: Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να ακολουθείτε τη χρονιά;
Ν.Κ.: «Η φιλοσοφία μου είναι να αντιδρώ σε αυτό που συμβαίνει. Εμείς δεν καθορίζουμε τι θα συμβεί. Έρχεται μια πιο ζεστή χρονιά; Τότε πρέπει να αλλάξω πράγματα τόσο στο αμπέλι όσο και στο οινοποιείο. Δεν μπορεί να υπάρχει ένα και μοναδικό πρωτόκολλο που να εφαρμόζεται παντού».
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται και με την απόφασή του να επενδύσει στις ελληνικές ποικιλίες, μια επιλογή που κάθε άλλο παρά αυτονόητη ήταν στη Δράμα πριν από δέκα χρόνια.
«Για την περιοχή ήταν κάτι πρωτοποριακό. Είπαμε καθαρά και δυνατά ότι δουλεύουμε με αμπέλια παραγωγών που είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν και ότι επενδύουμε στις ελληνικές ποικιλίες. Σήμερα χαίρομαι που βλέπω όλο και περισσότερους να ακολουθούν αυτόν τον δρόμο».
Π.Κ.: Ποια συνήθεια θα θέλατε περισσότερο να αλλάξει στην ελληνική οινική κουλτούρα;
Ν.Κ.: «Τον φόβο να δοκιμάσει κανείς κάτι καινούργιο. Υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται να παραγγείλουν ένα κρασί πέρα από τα τέσσερα ή πέντε πολύ γνωστά οινοποιεία. Δεν θα πρέπει να σε κρίνουν επειδή επέλεξες μια ετικέτα που δεν γνωρίζεις. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να πιεις ένα ποτήρι κρασί που δεν σου αρέσει».
Π.Κ.: Μπορεί η Δράμα να αποκτήσει μια πιο ολοκληρωμένη οινική ταυτότητα;
Ν.Κ.: «Ναι. Έχει σημειωθεί πρόοδος. Το επόμενο στάδιο είναι να δούμε πώς μπορούμε να τη μετατρέψουμε σε μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Να μπορεί κάποιος να πει: θέλω να πάω στη Δράμα γιατί θα επισκεφθώ οινοποιεία, θα φάω καλά, θα κάνω πεζοπορία στα βουνά και θα γνωρίσω τον τόπο. Αυτό το κομμάτι μάς λείπει ακόμη».
Π.Κ.: Υπήρξαν βεβαιότητες που χάσατε στην πορεία; Πράγματα που πιστεύατε όταν ξεκινήσατε και σήμερα τα βλέπετε διαφορετικά;
Ν.Κ.: «Τίποτα δεν έχει αλλάξει στο μυαλό μου. Έφυγα τη στιγμή που αισθάνθηκα ότι κάτι δεν ήταν πλέον δικό μου. Υπό αυτή την έννοια, δουλεύω πάντα σαν να είναι δικό μου. Ακόμη και στον στρατό, όταν υπηρετούσα, μου ανέθεταν κάτι και προσπαθούσα να το πάω σε διαφορετικό επίπεδο από εκείνο στο οποίο το είχα παραλάβει. Έτσι λειτουργώ. Όπου κι αν βρίσκομαι, θέλω να αφήνω τα πράγματα καλύτερα απ’ ό,τι τα βρήκα».
Π.Κ.: Πιστεύετε ότι έχουμε κάνει το κρασί πιο περίπλοκο απ’ όσο χρειάζεται;
Ν.Κ.: «Πιστεύω ότι το ελληνικό κρασί χρειάζεται να απομυθοποιηθεί. Πρέπει να απομακρυνθεί από την υπερβολική επιτήδευση και να ξαναβρεί τη φυσική του θέση στο τραπέζι. Στην Ιταλία ή στη Γαλλία το κρασί είναι μέρος της καθημερινότητας. Ο κόσμος δεν φοβάται να ανοίξει μια φιάλη. Εδώ συχνά το έχουμε κάνει υπερβολικά σοβαρό ή υπερβολικά ακριβό. Και αυτό απομακρύνει τους καταναλωτές».
Π.Κ.: Τελικά, τι είναι για εσάς το κρασί;
Ν.Κ.: «Για μένα το κρασί δεν υπήρξε ποτέ βασική ανάγκη. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Είναι μέρος της εμπειρίας, μέρος της στιγμής, μέρος του τραπεζιού, μέρος της παρέας. Αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι το κρασί μπορεί να προσθέσει αξία σε μια στιγμή και να τη μετατρέψει σε ανάμνηση. Εκεί βρίσκεται η πραγματική του ουσία. Αυτό προσπαθούμε να υπηρετήσουμε μέσα από τη δουλειά μας. Να εστιάζουμε όχι μόνο στο ίδιο το κρασί, αλλά σε ολόκληρο το οικοσύστημα γύρω του: στους ανθρώπους, στον τόπο, στην εμπειρία.
Σήμερα, η συνολική ποιότητα του ελληνικού κρασιού έχει βελτιωθεί εντυπωσιακά. Είναι δύσκολο να βρεις ένα πραγματικά κακό κρασί. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι πλέον μόνο η ποιότητα. Είναι να παραμείνει το κρασί προσιτό, ζωντανό και ουσιαστικά συνδεδεμένο με την εμπειρία του φαγητού και της παρέας. Γιατί εκεί είναι η πραγματική του θέση».









