MAI TAI KIND OF LIFE

Ντένη Καλλιβωκά

Είναι δεκαετία του ’90, είμαι 20 χρονών, φοιτήτρια. Βρίσκομαι στο μπαρ του Four Seasons στην Τζακάρτα, στην Ινδονησία. Οικογενειακό ταξίδι με τους γονείς. Συναντώ στο μπαρ του ξενοδοχείου έναν τύπο αρχαιολόγο, ενδιαφέροντα. Πρέπει να δείξω ότι δεν είμαι πιτσιρίκα. Κοιτάζω το μενού, παραγγέλνω Mai Tai. Δεν το έχω ξαναπιεί. Τα κοκτέιλ για μένα μέχρι τότε ήταν τα Β-52 στις χοροεσπερίδες του σχολείου και κανένα γλυκανάλατο Bailey’s ή Screwdriver με προκάτ πορτοκαλάδα στα πάρτι μετά το λύκειο. Μια ζωντανή ορχήστρα στην άκρη του μπαρ παίζει το «Unchained Melody», Righteous Brothers. Το θυμάμαι ακόμα εκείνο το Mai Tai. Με τον ίδιο τρόπο που θυμάμαι τη γαρίδα του Senderens, τον πουρέ του Robuchon ή τη σαλάτα με σπανάκι, αυγό ποσέ και τρούφα του Philippe Rochat. Δυνατό, εξωτικό, πολύπλοκο, γαστρονομικό.

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι ήμουν 20, ταξίδι σε μια υπέροχη, τόσο πολυδιάστατη χώρα, πίνοντας το πρώτο μου «κανονικό» κοκτέιλ με έναν τύπο που αρχίζω να ερωτεύομαι. Αλλά αυτό το Mai Tai αποτέλεσε σημείο αναφοράς γευστικό για τα κοκτέιλ στη ζωή μου. Το φλερτ κράτησε λίγο, μα σαν να ήταν αυτό το Mai Tai η αρχή για μια αναζήτηση. Λίγα χρόνια μετά, σε ένα πεντάστερο ξενοδοχείο στην Κρήτη, παραγγέλνω Mai Tai στη βεράντα την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Ήρθε ένα κόκκινο γλυκερό υγρό. Δεν καταπινόταν. Από κει και στο εξής, σχεδόν πάντα, όπου κι αν πήγαινα, έπαιρνα Mai Tai. Και έπειτα ήξερα αν άξιζε να δοκιμάσω οτιδήποτε άλλο.

Μιλάμε για τη δεκαετία του ’90. Εκείνη την εποχή στην Αθήνα πηγαίναμε για πολυνησιακό στο White Elephant, για γαλλική κουζίνα (με σέρβις με το γάντι) στο Αthenaeum και εξτραβαγκάντζα γαστρονομική στον Κλάους στο Bajazzo. Υπήρχε ο Ηριδανός. Το club μας ήταν το Wild Rose. Στο Λονδίνο πηγαίναμε στο Ministry of Sound και στο Simpson’s in the Strand. Ήταν η εποχή που σημασία είχε να κρατάς ένα ποτήρι. Ποιον ενδιέφερε τι είχε μέσα. Τα «κορυφαία» μπαρ της εποχής στην Αθήνα έριχναν γρεναδίνη μέσα σε ρούμι και το έφερναν για Mai Tai… Έπειτα ήρθε η χρυσή εποχή της καϊπιρίνια. Το trendy ποτό που είχα πρωτοπιεί σε ένα cocktail bar κάπου στα τέλη των ’90s στο Λονδίνο ήρθε στην Ελλάδα σχεδόν μετά από μία πενταετία. Όλοι έπιναν καϊπιρίνια ή κάτι που προσομοίαζε σε αυτήν! Μια πιο φρέσκια ματιά στο κοκτέιλ μπορούσες να βρεις στο Λονδίνο μόνο. Πήγαινες νωρίς στο Milk and Honey (πιο αργά ήταν για members only) και στο Παρίσι στο υπέροχο Curio Parlor. Περίπου τότε, ίσως λίγο αργότερα –οι χρόνοι πια μπερδεύονται–, ανακάλυψα και το Bramble Bar στο Εδιμβούργο, με τα Tea Time Martinis.

Κάπου τότε γνώρισα το Bar Guru Bar. Τι απίστευτο μπαρ. Σε όλα του. Μουσικές, κοκτέιλ, ατμόσφαιρα, hosting. Εκεί πρωτοείδα τον πρωτοπόρο Θάνο (Προυναρού), ιδιοκτήτη του Baba au Rum, τον Χρήστο (Χουσέα) με το θρυλικό 42 αργότερα, τον Μιχάλη Μένεγο, τον άνθρωπο που γνώριζε τότε την παγκόσμια μπαρ σκηνή καλύτερα από όλους. Θυμάμαι το Jazz Upstairs με τις live jazz μπάντες και τα φανταστικά κοκτέιλ του Μιχάλη. Το κλείσιμο του Guru τo 2009, συμβολικά και μη, σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης. Ίσως γιατί συνέπεσε και με το μεγάλο μπουμ των social media, που συγκέντρωσε τους bartenders σε μια παγκόσμια κοινότητα, αλλά και με τη νέα κουλτούρα των κοκτέιλ που τότε άρχισε να βρίσκει δυναμικά τον δρόμο της παγκοσμίως. Μέχρι τότε, με εξαίρεση το καταπληκτικό αυτό μέρος που όλη η γενιά μου λάτρεψε, υπήρχαν πολλά μπαρ (θυμάμαι λίγα) και τα κλασικά ποτάδικα, όπως το Galaxy στη στοά της Σταδίου, το 56, το Au Revoir. Πιο αγαπημένο μου ήταν και είναι το Galaxy. Το ωραιότερο μπαρ του κόσμου. Καθόμασταν στην μπάρα, αμέσως μετά τη δουλειά στο περιοδικό. Μόνο στην μπάρα. Όταν δεν είχε θέση, ο κύριος Γιάννης με τον δικό του τρόπο μού έβρισκε, και σε χρόνο dt είχε ήδη σερβίρει το extra dry Martini μου και το νερό. Το Martini του κυρίου Γιάννη δεν ήταν ούτε shaken ούτε stirred. Το χτυπούσε με τον πάγο, μαζί με το τζιν. Το βερμούτ ελάχιστο. Ο σύγχρονος bartender θα κοπανούσε το κεφάλι του αν το έβλεπε. Αλλά ήταν το καλύτερο Martini του κόσμου για μένα. Γιατί εκείνα ήταν τα ωραιότερα βράδια, οι πιο βαθιές συζητήσεις, τα πιο ουσιαστικά φλερτ. Εκεί κατάλαβα ότι το μπαρ είναι το hosting. Η φιλοξενία και η επικοινωνία.

Εννοείται ότι μαγικά Martini ήπια σε πολλά μπαρ και σε πολλά μέρη του κόσμου. Πώς να ξεχάσω τα Martini του Δημήτρη Κιάκου στο υπέροχο The Gin Joint. Μόνο ένας τύπος σαν τον Δημήτρη, με την ευγένεια, την καλλιέργεια και τις ευαισθησίες του, μπορεί να είχε ένα τέτοιο μαγαζί. Έμαθε την κουλτούρα του τζιν στον κόσμο. Πώς μπορώ να ξεχάσω εκείνο το αποχαιρετιστήριο πάρτι πριν από τρία χρόνια. Ευτυχώς, ο Δημήτρης άνοιξε το Λοκάλι, ένα πανέμορφο μαγαζί με υπέροχα κοκτέιλ. Πάντα εδώ θα βρεις κι ωραία Martini. Είναι υπέροχο και αυτό που φτιάχνει με O/purist άλμη και ελιά Καλαμών. Όσο για Mai Tai; Αυτό του Baba au Rum θα σου μείνει αξέχαστο. Να μην πας με αυτοκίνητο, γιατί θα πιεις και δεύτερο. Και μη ρωτήσεις ποιο ρούμι βάζει ο Θάνος. Είναι blend. Το δικό του μυστικό blend από υπέροχα ρούμια της Καραϊβικής. Και αν αγαπάς το ρούμι, εδώ θα βρεις και μία από τις καλύτερες συλλογές στον κόσμο. Ο Θάνος είναι τελειομανής. Με γνώσεις σε διάφορους τομείς, πολλά ενδιαφέροντα, πολυταξιδεμένος. Ένας άνθρωπος που έχει μια Mai Tai ζωή. Γι’ αυτό το φτιάχνει τόσο όμορφο. Το μπαρ του συγκαταλέγεται στα 50 καλύτερα του κόσμου τα τελευταία 10 χρόνια τουλάχιστον. Τα μενού του είναι μικρά έργα τέχνης. Ή μήπως μεγάλα. Τα πουλάει και στο site του. Μαζί με Supercalifragilis- ticexpialidocious κάλτσες που έχουν επάνω ζωγραφισμένα Martini, τις υπέροχες Mai Tai μπλούζες που βλέπεις να τις φορούν σε όλο τον κόσμο.

Και μην ξεχνάς. Μπορεί το «αγαπημένο» μου να είναι το Galaxy, αλλά είναι αυθαίρετη, biased επιλογή. Τα σύγχρονα μπαρ της Ελλάδας είναι φανταστικά. Η χώρα μας διαθέτει μία από τις κορυφαίες μπαρ σκηνές στον κόσμο. Είναι γαστρονομικοί χώροι. Προσφέρουν γαστρονομικές εμπειρίες επιπέδου. Γιατί αγκαλιάζονται από φρεσκάδα και από ανθρώπους βαθιά καταρτισμένους και με μεγάλο πάθος για τη δουλειά τους. Και να σου πω και κάτι: Μπορείς αρκετά εύκολα να πιεις ένα ποτό σε κάποια από τα καλύτερα μπαρ του κόσμου με 10-12 €. Ήδη στην Ελλάδα έχουμε τα δύο από τα Worlds 50 Best Bars, το The Clumsies και το Baba au Rum, και ένα από τα Worlds 100 Βest Bars, το Barro Negro. Αλλά πέρα από αυτά, σε κάθε πόλη της Ελλάδας πια θα βρεις καλά μπαρ.

Δεν ξέρω πώς από την Τζακάρτα και το Wild Rose έφτασα εδώ, αλλά τι να σου πει ο προορισμός χωρίς τις διαδρομές. Η ζωή είναι τόσο φτωχή χωρίς αυτές. Το λέει και o ποιητής. •

 

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.