Πόση αξία μπορεί να παράγει ένα εκτάριο αμπελώνα; Η απάντηση αλλάζει θεαματικά από τη μια περιοχή της Ευρώπης στην άλλη. Στην Καμπανία το ποσό ξεπερνά τις 60.000 ευρώ ανά εκτάριο, ενώ στην Comunidad Valenciana της Ισπανίας περιορίζεται στα 684 ευρώ.
Τα στοιχεία προέρχονται από μελέτη της American Association of Wine Economists (AAWE), η οποία βασίστηκε στα δεδομένα του Farm Accountancy Data Network (FADN) για το 2024 και εξετάζει την καθαρή προστιθέμενη αξία των αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων ανά εκτάριο.
Ο δείκτης χρειάζεται μια διευκρίνιση. Τα ποσά της κατάταξης δεν είναι η τιμή ενός εκταρίου αμπελώνα, ούτε ο τζίρος ή το καθαρό κέρδος του αμπελουργού. Το Farm Net Value Added είναι οικονομικός δείκτης του FADN που υπολογίζεται από τη συνολική αξία της παραγωγής, λαμβάνοντας υπόψη το ισοζύγιο επιδοτήσεων και φόρων και αφαιρώντας τις ενδιάμεσες δαπάνες και τις αποσβέσεις. Δείχνει, με άλλα λόγια, πόση αξία δημιουργεί η εκμετάλλευση και πόσο εισόδημα μένει διαθέσιμο για την αμοιβή της εργασίας, της γης και του κεφαλαίου.

Η Καμπανία βρίσκεται με μεγάλη διαφορά στην πρώτη θέση, με 60.030 ευρώ ανά εκτάριο. Ακολουθούν δύο μικρές, αλλά υψηλής αξίας αμπελουργικές περιοχές της Ιταλίας: το Alto Adige με 32.155 ευρώ και η Valle d’Aosta με 32.043 ευρώ.
Στην τέταρτη θέση βρίσκεται η Βουργουδία με 25.312 ευρώ ανά εκτάριο και ακολουθεί η Λιγουρία με 21.177 ευρώ. Το Λουξεμβούργο καταγράφει 20.715 ευρώ, η Γαλικία 18.742 ευρώ και το Πιεμόντ 18.253 ευρώ ανά εκτάριο.
Στην ένατη θέση βρίσκεται η Franche-Comté, όπου ανήκει η περιοχή του Jura, με 16.100 ευρώ, ενώ η Jadranska Hrvatska, η παράκτια περιοχή της Κροατίας, συμπληρώνει την πρώτη δεκάδα με 15.287 ευρώ ανά εκτάριο.
Πιο κάτω συναντάμε την Τοσκάνη, στη 12η θέση, με 12.447 ευρώ ανά εκτάριο, το Molise με 12.275 ευρώ και το Veneto με 11.609 ευρώ. Το Friuli-Venezia Giulia βρίσκεται στη 17η θέση με 9.373 ευρώ.
Μια σημαντική παρατήρηση είναι ότι οι ακριβότερες οινικές ζώνες της Ευρώπης δεν καταλαμβάνουν αυτομάτως τις πρώτες θέσεις. Η Βουργουννδία, για παράδειγμα, βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα από την Καμπανία, ενώ η Τοσκάνη εμφανίζεται μόλις στη 12η θέση.
Χρειάζεται βέβαια προσοχή στις συγκρίσεις. Η κατάταξη είναι μερική και τα στοιχεία αφορούν μεγάλες περιφέρειες. Μέσα στην ίδια περιφέρεια μπορεί να συνυπάρχουν διάσημες ονομασίες προέλευσης, όπου το κρασί αποκτά πολύ υψηλή εμπορική αξία, και εκτεταμένες ζώνες με πολύ διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο. Ένας μέσος όρος για ολόκληρη την Τοσκάνη ή το Πιεμόντ δεν περιγράφει ξεχωριστά την οικονομία του Brunello di Montalcino, του Barolo ή μιας περιοχής που στηρίζεται στην παραγωγή μεγαλύτερων όγκων.
Το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο για την Βουργουνδία, όπου οι διαφορές ανάμεσα σε αμπελώνες και ονομασίες προέλευσης είναι τεράστιες. Η συγκεκριμένη κατάταξη επομένως προσφέρει μια συνολική εικόνα της οικονομικής απόδοσης της αμπελουργίας σε επίπεδο περιφέρειας και όχι έναν χάρτη της αξίας των επιμέρους αμπελοτοπιών.
Παρά τους περιορισμούς της, η σύγκριση αποτυπώνει μια πραγματικότητα που αποκτά όλο και μεγαλύτερο βάρος για την ευρωπαϊκή αμπελουργία. Το κόστος καλλιέργειας αυξάνεται, αρκετές περιοχές αντιμετωπίζουν προβλήματα διαδοχής και εγκατάλειψης αμπελώνων, ενώ η κατανάλωση κρασιού υποχωρεί σε μεγάλες αγορές. Το πόση αξία μπορεί να δημιουργήσει ένα εκτάριο αμπελώνα αφορά πλέον άμεσα τη δυνατότητα μιας περιοχής να κρατήσει ενεργούς τους αμπελουργούς της.
Η Ελλάδα απουσιάζει από τη συγκεκριμένη κατάταξη. Στα διαθέσιμα στοιχεία του FADN υπάρχουν ελληνικά δεδομένα, όμως η γεωγραφική τους ανάλυση δεν επιτρέπει να τοποθετηθούν με την ίδια μεθοδολογία περιοχές όπως η Σαντορίνη, η Νεμέα ή η Νάουσα δίπλα στην Καμπανία ή τη Βουργουνδία. Για μια τέτοια σύγκριση θα χρειαζόταν αντίστοιχη ανάλυση σε επίπεδο ελληνικών αμπελουργικών ζωνών και κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, για άλλη μια φορά λόγω έλλειψης δεδομένων.









