ΤΟΣΚΑΝΗ

Έχουν περάσει κιόλας πέντε χρόνια από την τελευταία επίσκεψη στη μαγευτική Τοσκάνη. Όμως εδώ ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Τίποτα δεν μαρτυρά την κρίση της Covid-19 των τελευταίων δύο ετών, παρά τον βαρύ φόρο σε ανθρώπινες ζωές που πλήρωσε η Ιταλία.

 Κοιτάω το τοπίο με τους ατελείωτους λόφους που απλώνεται μπροστά μου. Αμπέλια, κυπαρίσσια, ελιές συνθέτουν μια εικόνα μαγική και στα αυτιά μου ηχούν τα λόγια της Mauritzia di Napoli Rampolla, ιδιοκτήτριας του Castello dei Rampolla: «Η μαγεία του τόπου αυτού δεν άφησε τίποτα να μας επηρεάσει…».

Όσες φορές κι αν βρεθεί κανείς στην Τοσκάνη, δεν είναι αρκετές. Τοπίο, φαγητό, κρασί, υπέροχοι άνθρωποι που αγαπούν τον τόπο τους και έχουν μάθει να τον προστατεύουν από τις ορδές των «εισβολέων» που καταφθάνουν κάθε χρόνο και φέτος αναμένεται να είναι ακόμη περισσότεροι μετά τα δύο χρόνια αναγκαστικής αποχής από τα ταξίδια. Φαγητό και κρασί σε απόλυτη αρμονία· εδώ αποκλείεται να μη φας καλά όπου και να βρεθείς, χωρίς απαραιτήτως να αναζητάς ακριβά εστιατόρια με αστέρια Michelin – αν και υπάρχουν πολλά.

To φαγητό στην Ιταλία είναι εμπειρία.

Μικρές τρατορίες κρυμμένες στα σοκάκια των μεσαιωνικών χωριών –εκεί όπου απολαμβάνουν το γεύμα τους οι ντόπιοι– είναι ίσως η πιο πολύτιμη ανακάλυψη για τον ανυποψίαστο επισκέπτη. Οι Ιταλοί έχουν χτίσει με κόπο το πιο αναγνωρίσιμο brand στον κόσμο και εργάζονται σκληρά για τη διατήρησή του. Τα πάντα είναι πεντακάθαρα, στα πλακόστρωτα δρομάκια των χωριών δεν βλέπεις ούτε ένα σκουπίδι, η οργάνωση της στάθμευσης είναι υποδειγματική – εδώ δεν θα ακούσεις ποτέ από τον Ιταλό «έλα τώρα, πάρκαρε εδώ, δεν βαριέσαι».

Η διάθεση για επικοινωνία, ακόμη κι αν κάποιος δεν μιλάει τη γλώσσα, είναι μεγάλη όπως και η προθυμία να βοηθήσουν αν τύχουν κάποιες αναπάντεχες αναποδιές, από αυτές που προκύπτουν καμιά φορά στα ταξίδια. Και φυσικά, όπου και να στρέψει κανείς το βλέμμα του, πουθενά δεν θα συναντήσει κάτι που να διαταράσσει την ομορφιά του τοπίου.

H γλώσσα επικοινωνίας των Ιταλών είναι αυτή του σώματος.

Αυτή τη φορά, εκτός από τις επισκέψεις σε οινοποιεία –αναπόσπαστο κομμάτι της διαμονής στην Τοσκάνη για την πλειονότητα των επισκεπτών της–, είχαμε τη χαρά να διδαχθούμε διά ζώσης συνταγές της τοσκανέζικης κουζίνας. Υπό την καθοδήγηση της χαρισματικής Giusepina και της νύφης της Antonella, μάθαμε πώς να φτιάχνουμε τραγανές μπρουσκέτες γαρνιρισμένες με το τοπικό fagioli cannellini, φτιάξαμε τη δική μας φρέσκια πάστα –χωρίς το ειδικό μηχάνημα μάλιστα– και μάθαμε τα μυστικά του καλού τιραμισού. Όλα αυτά με τη συνοδεία Chianti Classico από το οινοποιείο της οικογένειας, διά χειρός του αδελφού της Giusepina, Stefano.

Oι επισκέψεις στα οινοποιεία ξεκίνησαν με το βιοδυναμικό Castello dei Rampolla στο Panzano και το Castellare di Castellina στην καρδιά της αμπελουργικής ζώνης του Chianti Classico. Δύο διαφορετικές οινοποιητικές προσεγγίσεις, με το πρώτο να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις διεθνείς ποικιλίες και κυρίως στο Cabernet Sauvignon, δημιουργώντας εξαιρετικά Super Tuscans, και το δεύτερο να παραμένει προσηλωμένο στην τοπική οινική παράδοση, με την παραγωγή κυρίως Chianti Classico χωρίς την παραμικρή συμμετοχή διεθνών ποικιλιών.

Κατηφορίσαμε όμως και προς το Montalcino, απολαμβάνοντας το μοναδικό και χιλιοζωγραφισμένο μωσαϊκό των ολάνθιστων με παπαρούνες λιβαδιών που εναλλάσσονταν με τα αμπέλια και τις ελιές, για να συναντήσουμε στους πρόποδές του το Casanova di Neri με τα υπέροχα Brunello di Montalcino του και να δοκιμάσουμε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή του Sangiovese. Είδαμε αρκετά, αφήσαμε πολλά και, με την υπόσχεση της επιστροφής σε αυτόν τον μαγικό τόπο, γεμίσαμε τις μπαταρίες μας μέχρι το επόμενο ταξίδι.

CASTELLO DEI RAMPOLLA

Οδηγώντας για περίπου 40 λεπτά από το San Gimignano προς την καρδιά του Chianti και αφού το GPS μάς έβγαλε off αρκετές φορές, επιμένοντας να μας περάσει από απροσπέλαστους χωματόδρομους μέσα από τα αμπέλια, καταφέραμε να φτάσουμε στο χωριό Panzano κι από εκεί, ακολουθώντας τις οδηγίες από το οινοποιείο, να φτάσουμε τελικά στο Castello dei Rampolla.

Το Castello dei Rampolla ξεπροβάλλει μέσα από τα αμπέλια.

Το Κτήμα ανήκει στην οικογένεια dei Rampolla από το 1789, η πιο σύγχρονη ιστορία του, ωστόσο, ξεκίνησε το 1965 με το όραμα ενός ανθρώπου, του Alceo di Napoli Rampolla –πατέρα των σημερινών ιδιοκτητών–, ο οποίος είχε ένα όνειρο: να φτιάξει μεγάλα κρασιά στα πρότυπα της Γαλλίας. Ήταν η εποχή που το Chianti πάλευε να γλιτώσει από τον δαίμονα του κακού φθηνού κρασιού και να κερδίσει τη θέση που του άξιζε. Ακολουθώντας το ένστικτό του και με τη βοήθεια του διάσημου οινολόγου του Antinori, Giacomo Tachis, αποφάσισε να κάνει την επανάστασή του και να δημιουργήσει ένα blend Sangiovese με Cabernet Sauvignon.

«Ήταν η πρώτη επανάσταση του Castello dei Rampolla», μας λέει η Μauritzia, κόρη του Αlceo και σημερινή ιδιοκτήτρια – μαζί με τον αδελφό της Luca. Γνήσια Ιταλίδα, άκρως επικοινωνιακή, γεμάτη λατρεία για τον τόπο της, με τη βραχνή της φωνή μάς μίλησε για την ιστορία της οικογένειάς της.

Επρόκειτο να ακολουθήσουν και άλλες πρωτοποριακές πρωτοβουλίες, με πιο σημαντική την απόφαση το 1984 να μετατρέψουν σε βιοδυναμική την καλλιέργεια και την οινοποίηση. Σταδιακά οι παλαιότεροι αμπελώνες που φιλοξενούσαν τις παραδοσιακές τοπικές ποικιλίες Sangiovese, Canaiolo και Μalvasia Νera, που μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή του Chianti Classico, φυτεύτηκαν με Cabernet Sauvignon. Έτσι σήμερα, το Chianti Classico του Castello dei Rampolla αποτελείται από 85% Sangiovese, όπως ορίζει ο νόμος, με το υπόλοιπο να είναι Cabernet Sauvignon, ενώ οι δύο βασικές ετικέτες του Κτήματος, San Marco και D’Alceo, ανήκουν στην κατηγορία των Super Tuscans.

Στα αμπέλια ακολουθούνται όλες οι πρακτικές της βιοδυναμικής καλλιέργειας, συμπεριλαμβανομένου και του ημερολογίου, όποτε αυτό είναι δυνατό, ενώ στο κελάρι συναντάμε μόνο τσιμεντένιες δεξαμενές, αμφορείς και βαρέλια και τα κρασιά ζυμώνονται με φυσικές ζύμες υπό τους ήχους απαλής κλασικής μουσικής. Το Κτήμα παράγει συνολικά επτά ετικέτες, εκ των οποίων οι δύο είναι χωρίς θειώδη, ένα ερυθρό από 100% Sangiovese και ένα λευκό από Trebbiano, Chardonnay, Sauvignon Blanc και Τraminer. Ο αμπελώνας είναι συνολικά 32 εκτάρια και η ετήσια πα- ραγωγή κυμαίνεται γύρω στις 90.000 φιάλες.

ΔΟΚΙΜΑΣΑΜΕ

St Lucia Sangiovese no SΟ2 2019

100% Sangiovese, το οποίο έχει οινοποιηθεί σε αμφορέα. Έντονη ορυκτότητα προερχόμενη από τα πετρώματα του εδάφους, το ιδιαίτερο πέτρωμα galestro, αλλά και χαρακτηριστικά κόκκινα φρούτα του Sangiovese.

Chianti Classico 2019

85% Sangiovese, 15% Cabernet Sauvignon και Μerlot.

San Marco 2014

80% Cabernet Sauvignon, Sangiovese, Μerlot. Ένα εξαιρετικό Super Tuscan έτοιμο για κατανάλωση, αλλά με δυνατότητα παλαίωσης 30 ετών.

D’Alceo 2012

Cabernet Sauvignon, Petit Verdot, επίσης με μεγάλο δυναμικό παλαίωσης.

CASTELLARE DI CASTELLINA

O δρόμος που οδηγεί προς την Castellina di Chianti είναι στενός, γεμάτος στροφές, αλλά είναι μία από τις πιο όμορφες διαδρομές της περιοχής. Το Castellare di Castellina βρίσκεται σε έναν λόφο περιτριγυρισμένο από αμπέλια και κυπαρίσσια και από εκεί μπορεί κανείς να διακρίνει την εξοχική κατοικία του ιδιοκτήτη του, Paolo Panerai, και να καταλάβει γιατί ο επιχειρηματίας από το Μιλάνο ερωτεύτηκε την περιοχή κάπου στη δεκαετία του ’70. Τέσσερις διαφορετικές ιδιοκτησίες 80 εκταρίων συνολικά, εκ των οποίων τα 32 είναι αμπελώνας, ενώθηκαν για να αποτελέσουν το σημερινό Castellare di Castellina, το κελάρι του οποίου χρονολογείται από τον 19ο αιώνα. Εκεί παλαιώνουν τα κρασιά σε βαρέλια barrique και στα παραδοσιακά botte, από έναν χρόνο για το Chianti Classico έως και πέντε χρόνια για το I Sodi di San Niccolo.

Οι περίφημοι τσιμεντένιοι αμφορείς που χρησιμοποιούν πολύ στην Ιταλία.

Το οινοποιείο ακολουθεί δύο βασικές φιλοσοφίες: αφενός παραμένει προσηλωμένο στην καλλιέργεια των τοπικών ερυθρών ποικιλιών Sangiovese, Canaiolo και Μalvasia Nera και αφετέρου η καλλιέργεια να είναι καθαρά βιολογική. Το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή εξαιρετικών Chianti Classico, που αποτελούν άλλωστε και την παράδοση της Castellina di Chianti.

Για την οινοποίηση χρησιμοποιούνται ανοδείξωτες και τσιμεντένιες δεξαμενές. Το Κτήμα παράγει περίπου 350.000 φιάλες τον χρόνο. Τα πουλιά που κοσμούν τη χαρακτηριστική ετικέτα του Castellare di Castellina αποτελούν προσωπική επιλογή του ιδιοκτήτη, ο οποίος κάθε χρόνο επιλέγει ένα διαφορετικό πουλί για τη συγκεκριμένη σοδειά από ένα βιβλίο γνωστού Βρετανού ορνιθολόγου. Η επιλογή αυτή συμβολίζει την ευαισθησία του Κτήματος για το περιβάλλον, μια και τα πουλιά είναι αυτά που υποφέρουν περισσότερο από τη χρήση χημικών και εντομο- κτόνων στον αμπελώνα.

ΔΟΚΙΜΑΣΑΜΕ

Castellare Chianti Classico 2020

95% Sangiovese, 5% Canaiolo. Ένα εύκολο, καθημερινό Chianti το οποίο παλαιώνει 6 μήνες στο βαρέλι και 6 μήνες στη φιάλη, πολύ τυπικό Chianti της περιοχής.

Castellare Chianti Classico Reserva 2019

Ίδια σύνθεση με μεγαλύτερο χρόνο παλαίωσης, 12 μήνες στο βαρέλι και 12 μήνες στη φιάλη.

Ι Sodi di San Niccolo 2018

Η ετικέτα-ναυαρχίδα του οινοποιείου, από 85% Sangiovese και 15% Malvasia Nera, προέρχεται από τα δύο καλύτερα αμπελοτόπια του Κτήματος στην περιοχή San Niccolo, τα οποία είναι και τα πιο παλαιά. Παλαιώνει 30 μήνες σε γαλλική δρυ και ενάμιση χρόνο στη φιάλη. Ένα εξαιρετικό Chianti με γεμάτο σώμα και δυνατότητα παλαίωσης 20 ετών.

CASANOVA DI NERI

Kατευθυνόμενοι προς το νότιο τμήμα της Τοσκάνης, το τοπίο αρχίζει να αλλάζει. Χαμηλότεροι, κυματιστοί λόφοι, πράσινοι ακόμη λόγω άνοιξης, οι οποίοι σε λίγες εβδομάδες θα έχουν πάρει το χαρακτηριστικό χρυσαφί χρώμα, και ανάμεσά τους αμπέλια και λιβάδια με κατακόκκινες παπαρούνες… Βρισκόμαστε στην είσοδο του Casanova di Neri και ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο που οδηγεί στο οινοποιείο, αντικρίζουμε το υπέροχο χωριό του Montalcino. Γύρω απλώνεται η κοιλάδα Val d’Orcia, η οποία ανήκει στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, γεγονός που κατέστησε ιδιαίτερα πολύπλοκη την κατασκευή του οινοποιείου πριν από περίπου 20 χρόνια.

Στο βάθος διακρίνεται η Pienza, μια επίσης υπέροχη μικρή κωμόπολη, το αναγεννησιακό στολίδι της Val d’Orcia. Το κτίριο τηρεί ιδιαίτερες προδιαγραφές, φιλικές προς το περιβάλλον, και είναι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο από την τοπική πέτρα. Το εσωτερικό του φιλοξενεί μεγάλες ανοξείδωτες δεξαμενές, καθώς και βαρέλια που χρησιμοποιούνται στην οινοποίηση του Brunello, το οποίο αποτελείται από 100% Sangiovese. O Giovanni Neri, έμπορος σιτηρών από τη Φλωρεντία, έφτασε εδώ στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και αμέσως αντιλήφθηκε το τεράστιο δυναμικό της περιοχής.

Τρύγος στην Τοσκάνη από τα παλιά.

Το Casanova di Neri δημιουργήθηκε το 1971 με την αγορά του πρώτου αμπελώνα στο Cerretalto, στον οποίο σιγά σιγά προστέθηκαν και άλλοι αμπελώνες σε διαφορετικές τοποθεσίες της ευρύτερης περιοχής. Με μια συνολική παραγωγή 350.000 φιαλών, το Casanova di Neri παράγει τρεις ετικέτες Brunello di Montalcino, τις Εticheta Blanca, Tenuta Nuova και Cerretalto, η καθεμία με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Βάσει νομοθεσίας, τα Βrunello παλαιώνουν συνολικά 5 χρόνια προτού κυκλοφορήσουν στην αγορά.

ΔΟΚΙΜΑΣΑΜΕ

Giovanni Neri 2019

Ένα Rosso di Montalcino αφιερωμένο στον ιδρυτή του Κτήματος με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από τη δημιουργία του. Προερχόμενο από αμπέλια ηλικίας 45 ετών, αποτελεί μια εξαιρετική έκφραση του Sangiovese.

Eticheta Blanca 2017

Κομψό και φινετσάτο Brunello di Montalcino, blend από διαφορετικά αμπελοτόπια. Είναι από τις πιο παλιές ετικέτες του Κτήματος.

Cerretalto 2016

Η ναυαρχίδα του Κτήματος, ένα εξαιρετικό Brunello από το συγκεκριμένο αμπελοτόπι και μια ιδιαίτερα καλή χρονιά.

 

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.

ΜΑΘΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ