Dominio de Pingus 

Γρηγόρης Κόντος Dip WSET

Επίσκεψη στο θρυλικό, cult οινοποιείο Dominio de Pingus, ιδρυθέν το 1995 από τον Δανό Peter Sisseck. Πώς ο Peter κατάφερε μέσα σε μόλις δύο δεκαετίες όλα τα κρασιά του να προπωλούνται έναν χρόνο πριν από την επίσημη κυκλοφορία τους; Η πυκνότητα και η δύναμη συνυπάρχουν με τη φρεσκάδα και τη φινέτσα. Βέβαια, οι άσοι στο μανίκι του είναι πολύ περισσότεροι.

Το Dominio de Pingus μαζί με το Vega Sicilia είναι για πολλούς οινόφιλους παγκοσμίως τα κορυφαία οινοποιεία της Ribera del Duero και σίγουρα ανήκουν στην αφρόκρεμα της Ισπανίας. Οι δύο παραγωγοί όμως έχουν μεταξύ τους περισσότερες διαφορές από ό,τι ομοιότητες, τόσο στην ιστορία όσο και στα κρασιά. Για παράδειγμα, το Vega Sicilia ιδρύθηκε το 1864, ενώ το Pingus μετράει μόλις δύο δεκαετίες ζωής, ιδρυθέν το 1995 από τον Δανό Peter Sisseck. Πώς όμως ο Peter κατάφερε μέσα σε μόλις δύο δεκαετίες όλα τα κρασιά του να προπωλούνται έναν χρόνο πριν από την επίσημη κυκλοφορία τους; Και κυρίως, πώς κατάφερε να πετυχαίνει κάτι τέτοιο με κρασιά όπως το Pingus, με λιανική τιμή 700-800 € ανά φιάλη; Ασύλληπτη ποιότητα προϊόντος, χειρουργική ακρίβεια στην παραγωγή, υπερβολική αυστηρότητα και έμφαση στην πρώτη ύλη, από πολύ παλιά αμπέλια που δεν έχουν λιπανθεί ποτέ, αλλά και αρκετή τύχη, σωστό timing και η προσωπικότητα του παραγωγού. Απλά πράγματα, δηλαδή, και ταυτόχρονα σύνθετα.

Ο θείος του Peter είχε ένα Château στο Graves του Bordeaux –ενώ σήμερα οινοποιεί στη Σικελία– και έχει αποτελέσει μεγάλη επιρροή για τον Peter. Ο Peter ξεκίνησε ως γεωργικός μηχανικός από τη Δανία και τη δεκαετία του 1980 –μετά από ένα πέρασμα από το Bordeaux– βρέθηκε στην Ισπανία, υπεύθυνος αμπελώνα και οινοποιός στο οινοποιείο Hacienda Monasterio της Ribera del Duero.

O Δανός Peter Sisseck, ψυχή του Dominio de Pingus.

Το 1995 κυκλοφόρησε το πρώτο δικό του κρασί υπό το όνομα Pingus, το οποίο ο διάσημος οινοκριτικός Robert Parker χαρακτήρισε «ένα από τα σπουδαιότερα και πιο συναρπαστικά κρασιά που δοκίμασε ποτέ». Η παραγωγή ήταν πολύ μικρή στην αρχή, περίπου 3.900 φιάλες, και –βοηθούμενο από την εύνοια του Parker, που δημιούργησε αρκετό «θόρυβο» στους αμερικανικούς οινικούς κύκλους– η τιμή του κρασιού καθορίστηκε στα 200 δολάρια ανά φιάλη. Το κρασί όμως έγινε ακόμα πιο σπάνιο και δυσεύρετο, όταν το 1997 το πλοίο που μετέφερε την παραγγελία (900 φιάλες) από την Ισπανία στις ΗΠΑ βυθίστηκε κάπου στις Αζόρες, μαζί με τα πολυπόθητα Pingus. Εκεί να δεις τι έγινε! Η τιμή εκτοξεύτηκε στα 500 δολάρια ανά φιάλη. Πάντως, σχετικά με τις τιμές, ο Peter νίπτει τας χείρας του. Δεν καθόρισε εκείνος τις τιμές, λέει, αλλά η ίδια η αγορά, η οποία αποφάσισε να πληρώνει τόσα για την ποιότητα, τη σπανιότητα και τον μύθο τους.

Τριάντα λεπτά οδήγησης από το Valladolid απέχει η εξώπορτα του Dominio de Pingus, κρυμμένη σε ένα στενό του χωριού Quintanilla de Onésimo. Δεν θα βρείτε καθόλου πινακίδες ή οδηγίες προσέγγισης, παρά μόνο αν είστε επαγγελματίας, οπότε θα λάβετε με mail τις οδηγίες, με ένα βελάκι και τη σημείωση «όταν φτάσετε, χτυπήστε αυτό το κουδούνι». Καθώς ο Peter έλειπε στα αμπέλια την ημέρα που εγώ μπορούσα να τους επισκεφτώ, την επίσκεψη επιμελήθηκε μια Ρωσίδα οινολόγος με πολύ κέφι και γνώσεις γύρω από τη Ribera και το Pingus. Είχα τη χαρά, την τιμή και τη σπάνια ευκαιρία να δοκιμάσω τρία κρασιά από δύο σοδειές έκαστο. Για όλα τα κρασιά κάθε αμπελοτόπι οινοποιείται ξεχωριστά σε δεξαμενές 4.000 λίτρων, πριν συγκεντρωθούν για τα τελικά χαρμάνια. Όλα ζυμώνονται αυθόρμητα με τις άγριες ζύμες τους, ενώ πωλούνται αποκλειστικά En Primeur.

To πρώτο κρασί της δοκιμής ήταν το PSI (Ψ) του 2015, ένα χαρμάνι από 90% Tinto Fino (Tempranillo) και 10% Garnacha. Το εικοστό τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου διάλεξε ο Peter για να ονομάσει αυτό το συνεταιριστικής έμπνευσης κρασί του. Αγοράζει σταφύλια από περίπου 800 αμπελουργούς από 12 χωριά και αμπελοτόπια 40-70 χρόνων. Τους πληρώνει ανάλογα με την ποιότητα και τους παρακινεί να καλλιεργούν βιοδυναμικά. Έτσι θεωρεί ότι θα κρατήσει περισσότερο ζωντανή την αμπελοκαλλιέργεια στην αγαπημένη του Ribera. Μαύρο φρούτο, γλυκά βύσσινα, φρούτα εμποτισμένα στο αλκοόλ. Στόμα πολύ πιο φινετσάτο, με ελάχιστη χρήση βαρελιού και υψηλή οξύτητα, ώριμες τανίνες και πολύ ωραία δροσιά στο στόμα. Η τιμή λιανικής είναι κοντά στα 25-30 € και η ετήσια παραγωγή στις 350.000 φιάλες.

Ακολούθησε το Flor de Pingus 2015 από 100% Tinto Fino. Πρόκειται για τη δεύτερη ετικέτα που παράγεται από 80% αγοραστά και 20% σταφύλια νοικιασμένων αμπελώνων στη La Horra. Πανέμορφη ορυκτότητα, ξύσμα μολυβιού, κόκκινα φρούτα. Στο στόμα έχει εξαιρετική δομή με γεμάτο σώμα, είναι ταυτόχρονα παλαιστής και χορευτής. Επίσης, διαθέτει φρεσκάδα, νότες μέντας, υψηλές, μεταξένιες και οριακά ώριμες τανίνες. Πολύ μακρά επίγευση. Το Flor ωριμάζει για 18-20 μήνες σε 30% νέα και 70% δεύτερης έως τέταρτης χρήσης βαρέλια, αποκλειστικά γαλλικής δρυός. Η τιμή λιανικής είναι περίπου 80-90 € και η ετήσια παραγωγή στις 75.000 φιάλες.

Η δοκιμή ολοκληρώθηκε με το θρυλικό Pingus 2015 από 100% Tinto Fino, με πρώτη ύλη από δύο αμπελοτόπια στο San Cristobal και το Barroso, φυτεμένα το 1929. Συνολικά 45 στρέμματα, με έδαφος κυρίως από χαλίκι, άμμο και κιμωλία το ένα και κυρίως άργιλο το άλλο. Διαμόρφωση αποκλειστικά σε κύπελλο, θαμνοειδή αμπέλια. Το αποτέλεσμα; Μαύρα φρούτα, ευκάλυπτος, δαμάσκηνα, φρούτα του δάσους, blueberries. Θα ανοίξει ακόμα περισσότερο στο μέλλον. Υψηλή οξύτητα, υπέροχη δουλειά στις τανίνες, οριακά ώριμες, μεταξένιες και λεπτόκοκκες. Στο στόμα, επιπλέον φυτικότητα και μπαχαρένια διάσταση, με απίστευτο μάκρος. Σχετικά με το βαρέλι, παλιότερα χρησιμοποιούσαν μόνο καινούργια, με ωρίμανση για 24-36 μήνες. Από το 2013 χρησιμοποιούν μόνο γαλλικά δρύινα βαρέλια δεύτερης χρήσης. Η τιμή λιανικής κυμαίνεται στα 700-1.000 € η φιάλη, με ετήσια παραγωγή 6.000 φιαλών.

Mία από τις διάσημες ετικέτες του Pingus.

Μέσα σε όλα τα άλλα, τα τελευταία έξι-επτά χρόνια ο Peter έχει δημιουργήσει μια φάρμα, για να καθετοποιήσει ακόμα περισσότερο την παραγωγή. Η φάρμα έχει άλογα και μουλάρια για το αμπέλι, που δουλεύουν παράλληλα με ένα μικρό τρακτέρ, αγελάδες, κότες, λαχανικά και πράσινες σαλάτες που καλλιεργούν για να τρώνε οι εργαζόμενοι του οινοποιείου. Και μια και μιλάμε για τους εργαζομένους, δεκαέξι άτομα δουλεύουν στην εταιρεία: δύο στο οινοποιείο, τέσσερις στο αμπέλι, τρεις στο χημείο –κάνοντας αναλύσεις και για τρίτους– και τα υπόλοιπα στο γραφείο.

Είναι αλήθεια ότι οι βαθμολογίες έχουν βοηθήσει τον παραγωγό. Μάλιστα για τις χρονιές 2004 και 2012 ο παντοδύναμος Parker βαθμολόγησε το Pingus με το απόλυτο 100/100, δημιουργώντας επιπλέον «θόρυβο» και περιέργεια για το κρασί. Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Έχοντας λύσει θέματα επιχειρηματικής επιβίωσης, το μόνο που έχει να κάνει η ομάδα του Pingus είναι να παράγει οινικά αριστουργήματα: κρασιά τέχνης, αλλά και τεχνικής, υψηλής επιστημονικής τεκμηρίωσης, αλλά και φαντασίας.

Σας ακούγεται εύκολο; Ξανασκεφτείτε το!

 

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.