Ο Αττικός αμπελώνας θέλει restart, αλλά το σύστημα δεν βοηθά
Σε κοινή εκδήλωση, η Ένωση Ξενοδόχων Αθηνών-Αττικής & Αργοσαρωνικού, η Ένωση Οινοπαραγωγών Αττικής και η Ένωση Εστιατόρων, με την υποστήριξη της Περιφέρειας Αττικής, έθεσαν στο τραπέζι την αναβίωση του Αττικού αμπελώνα και τη σύνδεση των προϊόντων του με τους κατοίκους και, κυρίως, με τους επισκέπτες της Αττικής. Ακούστηκαν πολλές καλές ιδέες, αλλά ο δρόμος προς την υλοποίησή τους δεν είναι εύκολος.
Κάποτε, ο Αττικός αμπελώνας αποτελούσε σχεδόν το μισό του ελληνικού αμπελώνα, με έκταση περίπου 280.000 στρεμμάτων. Πότε ήταν αυτό το «κάποτε»; Πριν από περίπου επτά δεκαετίες. Ήταν ο αμπελώνας που έκανε την Ελλάδα παγκοσμίως γνωστή μέσα από τη Ρετσίνα.
Η Ρετσίνα ζει και βασιλεύει, όπως διαπιστώσαμε και στην έρευνα που δημοσιεύθηκε σε προηγούμενο τεύχος του Grape Business σχετικά με την εξαγωγική της δυναμική. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τον αμπελώνα που τη γέννησε. Πλέον, τα σκήπτρα της Ρετσίνας έχουν μεταφερθεί στη Βόρεια Ελλάδα, όπου καλλιεργούνται επίσης οι ποικιλίες που τη συνδέουν ιστορικά με το ελληνικό κρασί.
Η Αθήνα προτίμησε τις προηγούμενες δεκαετίες να πίνει διεθνή κρασιά, ακόμη κι αν αυτή δεν ήταν απαραίτητα η σωστή επιλογή. Όταν η υπόλοιπη Ελλάδα άρχισε να επιστρέφει στις ελληνικές ποικιλίες, η αδράνεια που έπρεπε να ξεπεράσει η Αττική, με τα εκατομμύρια κατοίκων και τουριστών, ήταν τεράστια.
Για πολλά χρόνια θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητο ένα εστιατόριο που σέρβιρε χύμα Μοσχοφίλερο, Σαββατιανό ή Ροδίτη να έχει πρώτο όνομα στη λίστα των εμφιαλωμένων του ένα κρασί του Αττικού αμπελώνα, πόσο μάλλον μια Ρετσίνα.
Σήμερα, σύμφωνα με τον Γιάννη Καρακάση MW, ο οποίος συντόνισε το πάνελ της εκδήλωσης, η Ρετσίνα στη νέα της εκδοχή σερβίρεται «by the glass» ακόμη και σε ακριβά εστιατόρια του εξωτερικού. Στην Αττική όμως συνεχίζει να είναι εκτός λίστας, όπως άλλωστε και πολλές ακόμη ετικέτες του τοπικού αμπελώνα.
Όλοι συμφώνησαν ότι αυτό πρέπει να αλλάξει. Οι ιδιοκτήτες χώρων εστίασης, δια στόματος του Γιάννη Λαβερώνη, προέδρου της Ένωσης Εστιατόρων Αττικής, εξέφρασαν την πρόθεση να ενισχύσουν την παρουσία εμφιαλωμένων κρασιών στις λίστες τους, δίνοντας προτεραιότητα στον Αττικό αμπελώνα. Το ίδιο υποστήριξαν και οι ξενοδόχοι της Αττικής, μέσω του Ευγένιου Βασιλικού, προέδρου της Ένωσης Ξενοδόχων Αθηνών-Αττικής & Αργοσαρωνικού.
Από την πλευρά τους, οι οινοποιοί αναγνώρισαν ότι χρειάζονται στοχευμένες καμπάνιες ώστε τα κρασιά της Αττικής να γίνουν ευρύτερα γνωστά. Σύμφωνα με τον Σταμάτη Μυλωνά, πρόεδρο της Ένωσης Οινοπαραγωγών Αμπελώνων Αττικής, η αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει και αρκετά λάθη του παρελθόντος έχουν αρχίσει να διορθώνονται. Αυτό που απαιτείται πλέον είναι μια συντονισμένη προσπάθεια ώστε η θεωρία να μετατραπεί σε πράξη.
Η φωνή του Χρήστου Μάρκου
«Ό,τι δεν μετριέται δεν βελτιώνεται» λέει ένας από τους βασικούς κανόνες της επιχειρηματικότητας. Για να υπάρξει όμως μέτρηση χρειάζεται και ένα λειτουργικό σύστημα αναφοράς.
Πόσα είναι τελικά τα οινοποιεία της Αττικής; Οι αριθμοί που ακούγονται κυμαίνονται από 145 έως 300. Πόσο κρασί παράγουν και τι ποσοστό αυτού διατίθεται χύμα στην αγορά; Εδώ δεν υπάρχει ούτε καν εκτίμηση. Πόσοι επισκέπτες, και κυρίως πόσοι τουρίστες, επισκέπτονται τα οινοποιεία της περιοχής, εκ των οποίων μόλις 12 είναι επίσημα επισκέψιμα; Και αυτό παραμένει άγνωστο.
Ας δούμε όμως τι γνωρίζουμε. Περίπου 60.000 στρέμματα αμπελώνα έχουν επιβιώσει στην Αττική. Σχεδόν το 88% αυτών είναι φυτεμένο με Σαββατιανό, ενώ η περιοχή παράγει περίπου το 50% του συνολικού Σαββατιανού της χώρας σύμφωνα με στοιχεία που αποτελούν προϊόν έρευνας του Γιάννη Καρακάση MW.
Με απλά λόγια, όλοι θέλουν να αλλάξει η αγορά, αλλά ελάχιστοι φαίνεται διατεθειμένοι να σπάσουν αυγά για να συμβεί αυτό. Στην πράξη, αυτό αποδεικνύεται και από τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις που έχουν δοθεί κατά καιρούς τόσο από τον ΣΕΟ όσο και από την ΚΕΟΣΟΕ.
Προφανώς οι διοικήσεις αυτών των φορέων δεν μπορούν να κάνουν θαύματα. Δεν μπορούν να μπουν σε λογιστήρια και να ζητήσουν τιμολόγια, ούτε να πραγματοποιούν δειγματοληπτικούς ελέγχους στα σύνορα των νομών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς θα μπορούσε να πεισθεί ένας εστιάτορας που αγοράζει ασκό Σαββατιανού ακόμη και προς 0,50 ευρώ το λίτρο να περάσει στο εμφιαλωμένο κρασί, το οποίο στην καλύτερη περίπτωση θα κοστίζει κοντά στα 3 με 4 ευρώ τα 750 ml;








