ΤΑ ΕΛΙΞΙΡΙΑ ΤΗΣ VALPOLICELLA

Γρηγόρης Μιχαήλος Dip WSET

Κάθε χρόνο, εκεί προς τα τέλη Σεπτεμβρίου-αρχές Οκτωβρίου, έχω αναπτύξει μια πολύ συγκεκριμένη ρουτίνα. Φέτος, εξαιτίας του «50 Great Greek Wines», αλλά και του μη συνεργάσιμου καιρού, που δεν με προκαλούσε καν να μπω σε χειμωνιάτικη διάθεση, δεν μπόρεσα να την ακολουθήσω. Μέχρι που ήρθε απότομα το δεύτερο lockdown. 

Έτσι, λίγες ημέρες πριν, έστω και καθυστερημένα για φέτος, πήρα την απόφαση να γεμίσω την ημέρα μου κάνοντας την κλασική καταγραφή των φιαλών στον συντηρητή μου. Σε πρώτη ανάγνωση μου δίνει –λίγο έως πολύ– μια καλή εικόνα των επιλογών της προηγούμενης χρονιάς και φυσικά αποτελεί οδηγό για τις πιθανές αγορές του επερχόμενου χειμώνα. Είμαι δε τόσο βλαμμένος –«geek», για να είμαι πιο κομψός με τον εαυτό μου– που κρατάω αρχείο στον υπολογιστή. Τρέχοντας πίσω σε αυτό, μπορώ να δω ακόμα και πώς εξελίσσεται το γευστικό μου προφίλ με τα χρόνια. Καθώς λοιπόν κατέγραφα τα διαθέσιμα κρασιά στο κελάρι μου, συνειδητοποίησα ότι το έχω παρακάνει με τις επιλογές μου. Εκτός και αν ήθελα να φέρω το καλοκαίρι μέσα στο καταχείμωνο. Το κελάρι μου ήταν γεμάτο κομψότητα, φρούτο και άμεσο χαρακτήρα. Μαυροδάφνες στο 12%, Morgon, που αποτελούν την επιτομή του φρούτου και της απόλαυσης, Pinot Noir και Trousseau από το αλπικό κλίμα του Jura, υπέρκομψες Βουργουνδίες και τα άπαντα των easy-drinking Ξινόμαυρων της αγοράς. Τα περισσότερα Αγιωργίτικα είχαν δει καθόλου ή ελάχιστο βαρέλι στη ζωή τους, ενώ Λίγηρας και Chinon έκαναν πάρτι στον συντηρητή. Αναμενόμενο, αφού πρόκειται για μία από τις αγαπημένες μου περιοχές στον πλανήτη. Ουσιαστικά ένα ολόκληρο καλοκαίρι είχε βρει κατάλληλη θέση, αλλά την ίδια στιγμή σχεδόν κανένα σημάδι ύπαρξης στο κελάρι αυτού που συχνά ονομάζουμε «Big Flavour» –Μεγάλη Γεύση– στα κρασιά.

Προφανώς δεν βρέθηκα προ εκπλήξεως, αφού εδώ και αρκετά χρόνια αυτό είναι το στιλ που προτείνω και κυρίως απολαμβάνω να πίνω. Λεπτά, αρωματικά, κομψά, ανεπιτήδευτα κρασιά, που προσφέρουν άμεση ευχαρίστηση. Σκληρές τανίνες; Όχι, ευχαριστώ… Υπερεκχυλισμένο βαρέλι; Δεν θα πάρω, επίσης… 

Κάπου εκεί όμως, ανάμεσα στις κομψές μου φιάλες, «ξέθαψα» ένα Amarone και ένα Recioto della Valpolicella του οινοποιείου Monte Dall’Ora, με χειρόγραφα στικεράκια και τη φράση «Μην αγγίζεις – Μάνος». Πρόκειται για μια μικρή συλλογή κρασιών παλαίωσης που προσπαθώ να δημιουργήσω μέσα από τα ταξίδια μου, για να τα χαρίσω στον ανιψιό μου όταν γίνει δεκαοκτώ χρονών (τώρα είναι επτά). Είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή τους, αφού συνήθως έχω άλλο, πιο «σκοτεινό», σημείο στο σπίτι για να φυλάσσω αυτά τα κρασιά. Έτσι, δεν μπαίνω εύκολα στον πειρασμό να βάλω χέρι. Άτιμο πράγμα το μυαλό και οι μνήμες που κουβαλάει… Με το που είδα τις δύο φιάλες, ταξίδεψα σε μία από εκείνες τις στιγμές που ένας συνδυασμός κρασιού και φαγητού έκανε κλικ μέσα μου. Στο οικογενειακό οινοποιείο Monte Dall’Ora του Carlo Venturini και της Alessandra Zantedeschi, στην καρδιά της ιστορικής ζώνης Valpolicella Classico, είχα δοκιμάσει το πιο ιστορικό κρασί της περιοχής, το ηδονιστικά γλυκό Recioto della Valpolicella, δίπλα σε ένα «προκλητικά» πικάντικο τοπικό τυρί, το όνομα του οποίου δεν θυμάμαι καν. Θυμάμαι όμως δύο εκπληκτικά ισχυρές και αντίθετες μεταξύ τους προσωπικότητες, ο συνδυασμός των οποίων έμοιαζε πως θα οδηγήσει σε αναπόφευκτη σύγκρουση. Αντ’ αυτού όμως, ως διά μαγείας, το «ζευγάρωμά» τους προκάλεσε μια σφικτή «αγκαλιά» από αυτές που τόσο μας λείπουν σήμερα. Υπάρχει κανείς εκεί έξω που πιστεύει ότι τα ετερώνυμα δεν έλκονται; Λίγο αργότερα, έπιανα τον εαυτό μου να παρατηρεί την ηρεμία που προκαλεί σε ένα δωμάτιο γεμάτο με ανθρώπους η απόλαυση ενός μοναδικού γευστικού συνδυασμού. Καθαρή μαγεία…

Σιγά σιγά άρχισαν να ξεδιπλώνονται στο μυαλό μου όλες οι εκπληκτικές εικόνες εκείνου του υπέροχου ταξιδιού στις περιοχές της Valpolicella, του Bardolino και του Soave, μόλις λίγη ώρα έξω από την πόλη της Βερόνα, που είναι σαν μια πανέμορφη μινιατούρα της Ρώμης. Θυμήθηκα μέχρι και την οδηγό του μίνι λεωφορείου που μας συνόδευσε σε όλες τις ανηφόρες και τα στενά περάσματα προς τους αμπελώνες. Σας έχει τύχει ποτέ να μη μιλάτε την ίδια γλώσσα με τον άνθρωπο που έχετε απέναντί σας (δεν μπορούσε να εκφέρει λέξη στα αγγλικά) και παρ’ όλα αυτά να συνεννοείστε απόλυτα μαζί του; Τους αγαπώ τους Ιταλούς…

Valpolicella: εκεί που οι σταφίδες μετατρέπονται σε «υγρό χρυσάφι»…

Δεν υπάρχει άλλη περιοχή στον κόσμο που να έχει τελειοποιήσει σε αυτόν τον βαθμό τη μέθοδο της παραγωγής κρασιών από αποξηραμένα σταφύλια. Στο ηπειρωτικό κλίμα της Valpolicella, στην απόληξη των Ιταλικών Άλπεων, η μέθοδος αποξήρανσης δεν θυμίζει σε τίποτα τα λιαστά κρασιά που παράγονται στην Ελλάδα.

Η μέθοδος, γνωστή ως appassimento, με τα κρασιά της να περιγράφονται συχνά ως passito, κουβαλάει μια τεράστια ιστορία στην περιοχή. Η αποξήρανση διαρκεί συνήθως τρεις έως τέσσερις μήνες, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες αλλά και το στιλ του κρασιού που πρόκειται να παραχθεί (ξηρό ή γλυκό). Πραγματοποιείται σε ειδικά lofts (fruttaio), συνήθως στα πατάρια των οινοποιείων, παραδοσιακά με φυσικό τρόπο. Τα σταφύλια στοιβάζονται σε μεγάλα στρώματα από bamboo (graticci) ή κιβώτια, ή αφήνονται κρεμασμένα για να αποξηρανθούν (con picai). Σκοπός σε όλες τις περιπτώσεις είναι η επαρκής κυκλοφορία αέρα. Στο χρονικό αυτό διάστημα τα σταφύλια χάνουν περίπου το 30-50% της υγρασίας και του βάρους τους. Βασική αρχή για τη σωστή συμπύκνωση των σταφυλιών είναι ο καλός αερισμός. Η εξάτμιση νερού από τις ρώγες έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της υγρασίας του χώρου και ως επακόλουθο την επιβράδυνση της συμπύκνωσης. Έτσι λοιπόν, τα ανοιχτά παράθυρα στα επάνω πατώματα του οινοποιείου, με προσανατολισμό από βορρά προς νότο, βελτιστοποιούν τον σωστό αερισμό και ελαχιστοποιούν την υγρασία. Ακούγεται σχετικά απλό, αλλά σκεφτείτε ότι κάθε διαφορετικό fruttaio μπορεί να έχει το δικό του εντελώς ξεχωριστό μικροκλίμα, άρα πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα στην αποξήρανση των σταφυλιών. Κάτι αντίστοιχο με τα bodegas του Sherry ή την ωρίμανση στα Whisky. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας και την εγκατάσταση ειδικών συστημάτων με ανεμιστήρες, οι κορυφαίοι παραγωγοί μπορούν φυσικά να ελέγξουν με ακρίβεια τις επιθυμητές συνθήκες.

Γλυκά, ξηρά και διπλής ζύμωσης κρασιά

Για να αντιληφθεί κάποιος την παράδοση του appassimento στην περιοχή, τον 5ο αιώνα μ.Χ. ο Κασσιόδωρος, Ρωμαίος πολιτευτής και συγγραφέας, αναφερόταν στα γραπτά του σε ένα κρασί που παραγόταν από σταφιδιασμένες ρώγες και το οποίο φαίνεται πως αποτελούσε τον πρόγονο του γλυκού κρασιού Recioto της Valpolicella. Έγραφε γι’ αυτό το κρασί: «Στο στόμα έχει τέτοιο όγκο που σε κάνει να θες να το μασάς παρά να το πίνεις». Αναρωτιέμαι πόσο πιο κοντά θα μπορούσε να είναι αυτή η καταγραφή στον τρόπο με τον οποίο περιγράφουμε μέχρι σήμερα τα κρασιά που παράγονται με αντίστοιχες τεχνικές συμπύκνωσης. Ιστορικά, το πιο σημαντικό κρασί στη Valpolicella είναι το γλυκό Recioto. Η ιστορία του ξεπερνά τα 2.000 χρόνια και πάντα οι παραγωγοί φύλασσαν τα καλύτερα σταφύλια για την παραγωγή του. Η γέννηση του σύγχρονου «βασιλιά» της περιοχής, του Amarone della Valpolicella, είναι μια σχετικά πρόσφατη ιστορία. 

Ο θρύλος θέλει το Amarone να προέκυψε από λάθος, όταν ένα ξεχασμένο βαρέλι Recioto υπέστη ζύμωση μέχρι να γίνει ξηρό. Το ονόμασαν Amarone από τη λέξη «Amaro» (πικρό), όχι γιατί ήταν πραγματικά πικρό, αλλά επειδή ήθελαν να διαχωρίσουν το ξηρό του στιλ από τα γλυκά Recioto. Κάπου στη δεκαετία του 1950, παραγωγοί όπως ο Bertani και ο Bolla άρχισαν να εμπορεύονται τα κρασιά Amarone στην αγορά. Τόσο λοιπόν τα Amarone όσο και τα Recioto παράγονται από σταφύλια τα οποία έχουν αφεθεί μερικώς να αποξηρανθούν, με τη βασική διαφορά ότι τα πρώτα είναι ξηρά. Η ψευδαίσθηση της γλύκας που μπορεί να φέρουν τα Amarone οφείλεται στα επίπεδα γλυκερίνης, στο πολύ υψηλό αλκοόλ, που συχνά ξεπερνά το 15%, ή σε κάποια λίγα υπολειμματικά σάκχαρα, που με βάση τη νομοθεσία δεν μπορούν να ξεπεράσουν τα 12 gr/lt. Tα Recioto είναι γλυκά, με το αλκοόλ τους να φτάνει συχνά στο 14%. Είναι τέτοιος ο βαθμός αποξήρανσης των σταφυλιών για τα Recioto, που οι ζύμες ποτέ δεν μπορούν να καταναλώσουν όλα τα υπάρχοντα σάκχαρα.

Δίπλα στα δύο εμβληματικά κρασιά της περιοχής υπάρχουν οι απλές εκδοχές της Valpolicella και ένα στιλ που είναι γνωστό ως Ripasso della Valpolicella. Σκεφτείτε τη Valpolicella ως ένα απόλυτα ελαφρύ, φρέσκο, ξηρό, ευκολόπιοτο κρασί. Τόσο φιλικό σε χαρακτήρα, όσο και ένα οικείο χτύπημα στην πλάτη. Τα Ripasso όμως είναι μια διαφορετική ιστορία. Κατά μία έννοια δεν διαθέτουν αυτόνομη ύπαρξη. Γιατί, για να παραχθούν, χρειάζονται δύο κρασιά: μια απλή, φρέσκια Valpolicella και τα στέμφυλα από την πίεση ενός Amarone ή ενός Recioto. Δεν είμαι σίγουρος ότι άλλο κρασί στον κόσμο είναι εμπνευσμένο σε αντίστοιχο concept στο οποίο τίποτα δεν πάει χαμένο. Μετά την πίεση, τα στέμφυλα του Amarone είναι ακόμα πλούσια σε συστατικά όπως σάκχαρα, χρώμα, ζύμες και γεύσεις. Μεταφέροντας φρέσκο κρασί Valpolicella πάνω στα στέμφυλα, μια τεχνική γνωστή ως ξαναπέρασμα (re-passing), διεγείρεται μια δεύτερη αλκοολική ζύμωση, η οποία προσδίδει έξτρα αλκοόλ, χρώμα και δομή στο τελικό κρασί. Για τα Ripasso σκεφτείτε έναν συνδυασμό της φρεσκάδας μιας απλής Valpolicella με τον πλούτο ενός Amarone, σε ένα εξαιρετικό περιτύλιγμα τιμής.

Στα κελάρια της Valpolicella

Όλους αυτούς τους διαφορετικούς θησαυρούς επιδιώξαμε να δοκιμάσουμε στα εκπληκτικά κελάρια των οινοποιείων της περιοχής τα οποία και είχαμε την τύχη να επισκεφτούμε. Και αυτός ο πλουραλισμός, «πασπαλισμένος» με τον μοναδικό τρόπο των Ιταλών, που στα μάτια μου διαθέτουν το χάρισμα του Μίδα, μας προσέφερε ένα από τα πιο συγκλονιστικά ταξίδια του Mr Vertigo.

Η χαρακτηριστική πράσινη ετικέτα του μαέστρου Giuseppe Quintarelli

Μέρος της ιεροτελεστίας των Quintarelli

Δεν μπορούσα με τίποτα να αποδεχτώ την αρχικά αρνητική, απόλυτα ευγενική όμως, απάντηση του εμβληματικού οινοποιείου στο αίτημά μας για επίσκεψη. Τα κρασιά του μαέστρου της περιοχής, Giuseppe Quintarelli, συγκαταλέγονται στα πιο μεγάλα, συγκλονιστικά, δυσεύρετα, πανάκριβα κρασιά του παγκόσμιου αμπελώνα. Στο δεύτερο mail σχεδόν τους παρακαλέσαμε, τους είπαμε ότι θα διαχειριστούμε τον αριθμό των ατόμων, ότι θα σπάσουμε το γκρουπ στα δύο μέρη, ότι ακόμα θα βοηθούσαμε διακριτικά την όλη διαδικασία της γευστικής δοκιμής. Δεν ξέρω αν έβαλε το χέρι του ο Θεός ή ο Κωνσταντίνος Λαζαράκης MW (μάλλον το δεύτερο), αλλά η δεύτερη απάντηση ήταν ότι μας περιμένουν με χαρά. 

Αυτή ήταν μια επίσκεψη που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Δεν ήταν μόνο τα κρασιά, τα οποία χωρίς αμφισβήτηση ήταν συγκλονιστικά. Ήταν όλο το τελετουργικό της δοκιμής. Ο Francesco, εγγονός του Giuseppe, σέρβιρε στο υπόγειο κελάρι, με τον υποβλητικά χαμηλό φωτισμό, με απόλυτο δέος τα πραγματικά αυτά ελιξίρια. Κάθε του χαμηλόφωνη λέξη ένας πραγματικός φόρος τιμής στην κληρονομιά που κουβαλάει. Δεν μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου πόσες φορές αναφέρθηκε στο όνομα της μητέρας του, κόρης του Giuseppe, με μια λατρεία και έναν σεβασμό που δεν έχω συναντήσει ξανά. Η αίσθηση τού να ανήκεις και να κουβαλάς μια τεράστια ευθύνη γι’ αυτό που παρέλαβες στα χέρια σου. Όλη η παράδοση, η αγάπη, η καρδιά, η υπομονή και η ψυχή τού να παράγεις κάποια από τα σπουδαιότερα κρασιά αυτού του πλανήτη μέσα σε εκείνο το σκοτεινό κελάρι. Και γύρω να σε κυκλώνουν τα τεράστια σκαλισμένα βαρέλια, μοναδικά έργα τέχνης, που για χρόνια φιλοξενούν υπομονετικά τα μεγαλειώδη κρασιά του οινοποιείου.

Περπατώντας κάτω από τις πέργκολες του Monte Dall’Ora

Στο εκπληκτικό οικογενειακό οινοποιείο του Castelrotto, στην καρδιά της Classico ζώνης της Valpolicella, μας υποδέχτηκε πρώτα-πρώτα ο αγαπημένος σκύλος της Alessandra και του Carlo. Από πίσω του έτρεχε να μας προϋπαντήσει η Alessandra, ενώ ο Carlo και τα τρία παιδιά τους εμφανίστηκαν αρκετά αργότερα στο πλάνο. Η Alessandra μας οδήγησε αρχικά σε μια βόλτα στους αμπελώνες ακριβώς μπροστά από το οινοποιείο. Αγοράζοντας το 1995 τον εγκαταλελειμμένο αμφιθεατρικό αμπελώνα του Monte Dall’Ora, που πήρε το όνομά του από τον βόρειο άνεμο που φυσάει το απόγευμα στην περιοχή, χρειάστηκαν ατελείωτες ώρες προσωπικής εργασίας για να αναστηλώσουν τις πανάρχαιες απότομες πεζούλες και να δημιουργήσουν ένα μοναδικό οικοσύστημα με απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον. Ήδη ήξεραν πως για αιώνες το συγκεκριμένο σημείο ήταν φημισμένο για την ποιότητα των Recioto που παρήγε στο παρελθόν. 

Περπατήσαμε σε έναν από τους ομορφότερους οργανικούς αμπελώνες που έχω συναντήσει, κάτω από τις πέργκολες, το παραδοσιακό σύστημα διαμόρφωσης των πρέμνων στην περιοχή, ανάμεσα σε κερασιές, αμυγδαλιές, μουριές και ελιές, άγρια λουλούδια και βότανα. Κάθε λίγο η Alessandra σταματούσε να πιάσει το χώμα, για να μας δείξει την υγεία και τη βιοποικιλότητα που το χαρακτήριζε. Δύσκολα συναντάς στις μέρες μας ανθρώπους με τέτοια ευτυχία στα μάτια τους. Στο οινοποιείο «κλέψαμε» λίγη από την ευτυχία της φαμίλιας δοκιμάζοντας τα κρασιά τους, φτιαγμένα μόνο με τα χέρια και την ψυχή τους, όπως με την αλήθεια τους τα περιέγραφαν. Στο La Stropa αντιλήφθηκα για πρώτη φορά ότι ένα Amarone μπορεί να σημαίνει ανυπέρβλητη ισορροπία δύναμης και κομψότητας. Ένα ενδιάμεσο σκαλοπάτι ανάμεσα στον εγγενή πλούτο του στιλ αλλά και της φρεσκάδας. Ένα πολυεπίπεδο κρασί απέναντι στον συχνά μονολιθικό, ογκώδη χαρακτήρα που φέρουν κάποια μέτρια παραδείγματα της περιοχής.

Μεσημεριανό στη Villa della Torre των Allegrini

H είσοδος της εντυπωσιακής Villa della Torre

Μόνο οι Ιταλοί μπορούν να σε κάνουν να αισθανθείς πραγματικός βασιλιάς. Η εκπληκτική Villa della Torre, που ανήκει στην οικογένεια Allegrini, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα της ιταλικής αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής, περιτριγυρισμένη από τον αμπελώνα Palazzo della Torre, που δανείζει το όνομά του στο ομώνυμο κρασί των Allegrini, ενός από τους σημαντικότερους οίκους της περιοχής της Valpolicella. Η βίλα και όλα τα αντικείμενά της αποτελούν ένα μοναδικό μνημείο αναγεννησιακής τέχνης. Τα τεράστια τζάκια που διακοσμούν τα δωμάτια σχηματίζουν ζωομορφικά θηρία, σαν φόρο τιμής στη δύναμη και στην άγρια ομορφιά της φωτιάς. Δύσκολα αυτό το μέρος βγαίνει από το μυαλό σου.

Η γαστρονομική εμπειρία ήταν αντίστοιχη με τις προσδοκίες που δημιουργεί το μέρος από μόνο του. Το μενού δεν το γνωρίζαμε από πριν, αφού σχεδιάστηκε την ίδια μέρα ανάλογα με τα φρέσκα υλικά της αγοράς. Εκεί, ανάμεσα σε εκπληκτικά αντικείμενα από κρύσταλλα Murano, δοκιμάσαμε το πιο συγκλονιστικό ριζότο με Αmarone, το οποίο προφανώς και συνοδεύτηκε από το φημισμένο Amarone των Allegrini. Θεϊκή εμπειρία.

Η υπόσχεση στον εαυτό μου

Επιστρέφοντας πίσω στον συντηρητή μου, μετά τον καταιγισμό αυτών των εικόνων στο μυαλό μου, δεν μπορούσα παρά να αναρωτηθώ μήπως σε αυτή τη ροπή μου προς περισσότερο ισορροπημένες γεύσεις είχα αρχίσει να παραβλέπω κάποια πραγματικά σπουδαία κρασιά. Η αλήθεια είναι πως δεν βλέπω να επιστρέφω εύκολα στις μεγάλες γεύσεις όπως τις χαρακτήρισα παραπάνω. Όμως κανένα από τα συγκλονιστικά Amarone που δοκίμασα σε αυτό το ταξίδι δεν τα κατατάσσω στη συγκεκριμένη κατηγορία. Όσοι έχουν διαβάσει το υπέροχο παιδικό βιβλίο «Η ιστορία του Φερδινάνδου» ίσως καταλάβουν καλύτερα τι ακριβώς θέλω να πω. Αυτά τα κρασιά μού θύμισαν τον ταύρο Φερδινάνδο, που ξεχώριζε στο παραμύθι από όλους τους άλλους ταύρους. Ενώ όλοι οι άλλοι έτρεχαν, πηδούσαν και χτυπούσαν με μανία τα κέρατά τους σε μια συνεχή μεταξύ τους μάχη, o ρωμαλέος και μεγαλόσωμος Φερδινάνδος προτιμούσε να μυρίζει τα λουλούδια στο λιβάδι. Και ήταν ευτυχισμένος. Έτσι ένιωσα ότι λειτουργούν και αυτά τα σπουδαία κρασιά. Η εκπληκτική εσωτερική δύναμη που διαθέτουν είναι εκεί, όμως, αντί να την προβάλλουν με ωμό τρόπο, προτιμούν να «μυρίζουν τα λουλούδια». 

Δεν έχω καλύτερη εικόνα στο μυαλό μου από αυτή για τα φετινά Χριστούγεννα. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να αναζητήσω λίγη από τη ζεστασιά ενός Amarone και ενός Recioto, λίγη από την υπερβολή τους που ταιριάζει με το «μαγικό πνεύμα» εκείνων των ημερών και πολλά έντονα τυριά από το αγαπημένο μου deli, για να βιώσω ξανά, έστω και νοητά, αυτό το μοναδικό ταξίδι στην καρδιά του Veneto. Ευχόμενος να είμαστε ασφαλείς και να μπορέσουμε να έχουμε κοντά μας όλους αυτούς που αγαπάμε και τόσο μας λείπουν στην καραντίνα.

VALPOLICELLA KEY FACTS

Οι ζώνες: 

  • Valpolicella DOC, Valpolicella Classico DOC, Valpolicella Valpantena DOC
  • 7.596 εκτάρια αμπελώνων
  • 2.347 αμπελουργοί
  • 7 συνεταιρισμοί
  • 213 οινοποιεία

Ετήσια παραγωγή: 

  • 60 εκατομμύρια φιάλες
  • 45,3% της παραγωγής Valpolicella Ripasso DOC
  • 32,3% Valpolicella DOC
  • 21,9% Amarone della Valpolicella DOCG
  • 75% της συνολικής παραγωγής εξάγεται

(Τα στοιχεία προέρχονται από το Consorzio της περιοχής)

Τα στιλ των κρασιών:

  • Valpolicella DOC (το πιο ελαφρύ, ξηρό στιλ)
  • Valpolicella Ripasso DOC (μεσαίου όγκου, ξηρό στιλ)
  • Amarone della Valpolicella DOCG (γεμάτο, ξηρό στιλ από αποξηραμένα σταφύλια)
  • Recioto della Valpolicella DOCG (ιστορικό στιλ, γλυκό, από αποξηραμένα σταφύλια)

Άλλοι όροι ετικέτας:

  • Superiore (min. 11% αλκοόλ και τουλάχιστον 1 χρόνος ωρίμανσης)
  • Classico (από τους ιστορικούς αμπελώνες της περιοχής)
  • Valdapena (μία από τις υποζώνες της Valpolicella)
  • Riserva (Amarone, min. 4 χρόνια παλαίωσης)

Οι βασικές ποικιλίες:

  • Corvina (φρούτο/δομή)
  • Rondinella (ανθικότητα και χρώμα)
  • Corvinone (πικάντικος χαρακτήρας και πολυπλοκότητα)
  • Molinara (drinkability)

g

Hλεκτρονική έκδοση του free press περιοδικού.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή η αποσπασματική μεταφορά κειμένων χωρίς τη γραπτή συναίνεση των κατόχων των δικαιωμάτων.


© 2020 Grape Magazine. All Rights Reserved.